Αnd when the fires came…

9 06 2013

                    …the smell of cinders and rain
                      Perfumed almost everything
                   We laughed and laughed and laughed

                      When I run in the dark
Into a place that’s lost
Under a sheet of rain in my heart
I dream of home…

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERA

And under wild blue skies
Marble movie skies
I found a home in your eyes
We’d never be apart

And as my house spun round
My dreams pulled me from the ground
Forever to search for the flame

IMG_0461

For home again…

————————————————————————————————————————–





…τόμπολα!

17 07 2011

Ήταν λίγο χαζό, αν το καλοσκεφτείς.

Στους φίλους μου δεν είπα τίποτα για εσένα. Σου έχω πει πως υποστηρίζω – φλογερά, όπως όλα όσα πιστεύω – ότι οι σχέσεις όποιας μορφής και αν είναι αυτές, από απόσταση δε δουλεύουν. Έχω γελάσει κατάμουτρα, έχω κοροϊδέψει και έχω μιλήσει ειρωνικά και υποτιμητικά για παρόμοιες δικές τους σχέσεις. Πώς θα μπορούσα τώρα να κάνω μια στροφή 180 μοιρών απλά και μόνο γιατί το θέμα τώρα αφορούσε εμένα;

Οπότε το κράτησα για εμένα. Και καλύτερα. Δεν είναι ότι δεν ήθελα να σε μοιραστώ ή να σε γνωρίσω στους φίλους μου αλλά… και ποιός ο λόγος; Εσύ θα έφευγες και εγώ στην καλύτερη περίπτωση θα σε είχα «ψηφιακά». Και το ψηφιακά είναι ο χειρότερος τρόπος που μπορείς να «έχεις» έναν άνθρωπο.

Βασικά, όσο το σκέφτομαι, ήταν πολύ χαζό. Ενάντια σε όλα όσα υποστηρίζω και πιστεύω και αντίθετα με ό,τι λέω πως κάνω. Σχέσεις που ξεκινάνε με επιθυμίες για ένα μέλλον που δε θα έχουν; Καλοκαιρινοί έρωτας;; Παιδιάστικα πράγματα…

Αν εσύ δεν ήσουν… εσύ, δε θα το είχα κάνει για καμία άλλη.

Χαζός έρωτας. Ξέρεις… από τους παιδικούς. Φουλ με τα αστεράκια, τις πεταλούδες και τα τοξάκια μέσα στις ματωμένες καρδιές. Πόσο ανώριμο, ε;

Θυμάμαι το πρώτο ραντεβού μας στην Πλάκα. Εσύ ήσουν cool και άνετη κάτω από δυνατό ήλιο του μεσημεριού της Αθήνας και εγώ να ιδρώνω με κάθε σου ερώτηση. Όταν μου είπες ότι σου αρέσω γιατί σε κάνω να γελάς, άκουσα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά στα μηλίγκια.

Σου έπιασα το χέρι στη Φιλλελήνων. Με κοίταξες και μου το έσφιξες χωρίς να πεις λέξη.

Πρώτο φιλί στην Κυδαθηναίων, με δεκάδες μικροπωλητές τριγύρω να μας κοιτάνε νυσταγμένα.  Από ψηλά η Ακρόπολη – να περπατάμε και εγώ να σκέφτομαι πόσοι έχουν ερωτευτεί στη σκιά αυτού του αιώνιου βράχου.

Βόλτα στην Πλάκα. Φαγητό στο Θησείο. Και μετά σπίτι.

Το ήξερα ότι θα φύγεις. Δε μου το έκρυψες και δε με κορόιδεψες. Αν για κάτι σε κατηγορώ είναι που σου είπα «Εγώ δεν τα κάνω αυτά τα από απόσταση. Δεν τα ξέρω και δε θέλω να τα μάθω» και εσύ είπες απλά «έχουμε ακόμα μια ολόκληρη ημέρα».

Όχι, ούτε για αυτό σε κατηγορώ. Την αλήθεια είπες. Ισως όμως εγώ να μην ήμουν απολύτως ειλικρινής. Δεν τα κάνω αυτά γιατί ξέρω πως δεν τα μπορώ. Έχουν υπάρξει στη ζωή μου γυναίκες που πέρασαν για μια μέρα και δύσκολα θυμόμουν το ονομά τους την επομένη. Αυτό δε με πειράζει. Μπορώ να το παλέψω. Για την ακρίβεια, μερικές φορές πιστεύω πως είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που μπορώ να παλέψω.

Τι κάνουμε τώρα όμως που ακόμα θυμάμαι το όνομα σου;





Dog Days

3 07 2011

Tον τελευταίο καιρό αισθάνομαι ένα ατέλειωτο άγχος.

Δεν ξέρω αν φταίει η εξεταστική, το καλοκαίρι, οι Αγανακτισμένοι, οι μπάτσοι με τα ληγμένα χημικά ή η κατάρα του Τουταγχαμών (αν και κανένα από τα προηγούμενα σίγουρα δε συμβάλλουν στο να μη νιώθω κάπως έτσι), αλλά μέρα με τη μέρα η κατάστασή μου χειροτερεύει.

Είναι απροσδόκητος και λίγο αφελής ο τρόπος που τρυπώνει μέσα σου όλο αυτό.
Ξεκινάει από μια απορία «και αν…;» που μπαίνει κάτω από το πετσί σου και μετατρέπεται σε κάτι δηλητηριώδες. Έπειτα αρχίζεις να αμφισβητείς, να μετράς και να υπολογίζεις το χρόνο που θα χρειαστείς για να κάνεις κάτι και σου βγαίνει πάντα λίγος (και δεν είναι πως ξέρεις και από πριν το χρόνο που έχεις στη διάθεσή σου για να μπορείς να τον ξοδεύεις ανενόχλητος αριστερά και δεξιά). Στη συνέχεια αγχώνεσαι για να προλάβεις, αγχώνεσαι με τη δουλειά, με τα λεφτά, με το μέλλον που δεν ξέρεις καν αν έχεις, με τη ζωή σου… με όλα τέλος πάντων εκείνα τα μικρά κομμάτια που μαζί αποτελούν την καθημερινότητά σου και την καθημερινότητα που επιθυμείς να έχεις μερικά χρόνια από σήμερα.

Και τέλος, αφού το άγχος έχει καταλάβει κάθε κύτταρο του κορμιού σου, μετατρέπεται σε φόβο. Και αν δεν τα καταφέρεις; Και αν δεν προλάβεις; Και αν όλα όσα κάνεις δεν οδηγήσουν τελικά πουθενά; Και αν απογοητεύσεις τους ανθρώπους που μετράνε στη ζωή σου; Αν απογοητεύσεις τον εαυτό σου; Αν όλα σου τα σχέδια πάνε στραβά;

Σιγά-σιγά αρχίζεις να ζεις με αυτό το φόβο. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Battlestar Galactica

22 07 2008

«Hell hath no fury like a sci-fi show done just right!»

Σκεφτείτε!

Αντιπαθώ όσο λίγα τα sci-fi shows με πρωταγωνιστές εξωγήινους (βλ. Babylon 5), μηχανοπρεπείς αυτιάγγουρες (βλ. Star Trek), αρχηγούς μύξες (βλ. Star Wars) και κυρίως με space themes.

Και όμως το Battlestar Galactica με κέρδισε από την πρώτη στιγμή (βοήθησε βέβαια και η Tricia Helfer, δε λέω :p ).

Για όσους δεν ξέρετε τι ακριβώς παίζει (που λογικά θα είστε αρκετοί, άλλωστε δεν παίζεται και σε κανένα από τα μεγάλα networks της Αμερικής -βλ. ABC,CBS,NBC,FOX), το Battlestar Galactica πραγματεύεται την προσπάθεια των ανθρώπων ενός γαλαξία far far away  από τον δικό μας να ορθοποδήσουν μετά την επίθεση που δέχτηκε ο πολιτισμός τους , ο οποίος διαιρήτο σε 12 αποικίες, από ρομποτικά δημιουργήματα (με το όνομα Cylons – ελληνιστί Κύλωνες) που έφτιαξαν οι ίδιοι σε μεγάλα κέφια κοσμογονίας.

Όπως όλα τα δημιουργήματα του ανθρώπου όμως, κάτι πήγε στραβά στην πορεία και, για κακή τους τύχη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δημιούργημα είχε μυαλό (αν και μηχανικό) για να καταφέρει να σταθεί επάξια απέναντι στο δημιουργό του, να φτιάξει τους δικούς του κανόνες για το παιχνίδι της επιβίωσης και να πλάσει τελικά τα δικά του υβρίδια ανθρώπου-Κύλωνα.

Οι λίγες χιλιάδες άνθρωποι που επιβίωσαν από την οργή των κυκλοθυμικών, πρώην δούλων της ανθρωπότητας προσπαθούν να βρουν το δρόμο τους για την 13η αποικία που είναι η Γη.

Να σημειώσω δε εδώ πως οι Times την έχουν ανακηρύξει την καλύτερη σειρά που παίζεται αυτή τη στιγμή στην τηλεόραση και λίγα επεισόδια θα σας αποδείξουν το γιατί.

Εξαιρετικό και καλοδουλεμένο σενάριο, άριστες ερμηνείες, υπέροχοι χαρακτήρες που ακροβατούν άναμεσα σε ήρωες και αντιήρωες από επεισόδιο σε επεισόδιο και όλα αυτά σε ένα πέπλο μυστηρίους και δράσης.

Για τα καλοκαιρινά βράδια που βαριέστε να τρέχετε για καφέ στο Θησείο ή που είστε ρέστοι και το ποτό στην παραλιακή είναι out of the question, το Battlestar Galactica είναι εξαιρετική ιδέα για συντροφιά.

Frak me!

I never thought I’d fall in love with an alien.

🙂





Αθήνα 2004, τρία χρόνια μετά: Οι αναμνήσεις

17 08 2007

Ο φίλος zero2one, μου ζήτησε να επιστρέψω για λίγο τρία χρόνια πίσω. Να ξαναεπισκεφθώ τα γήπεδα και τα δωμάτια ελέγχου, τα δωμάτια sign-in και τις διαδρομές του λεωφορείου και το πάθος της στιγμής. Τους Ολυμπιακούς και τους Παρολυμπιακούς του 2004.

Είναι ένα ταξίδι στο χρόνο που ήθελα να κάνω. Έστω και για λίγο, οι όμορφες στιγμές αξίζουν αναφοράς, ιδιαίτερα όταν στο ζητάνε. Γι’ αυτό λοιπόν θα μιλήσω γι’ αυτές τις στιγμές: τις στιγμές της Παρολυμπιάδας του 2004.

Δε θα μιλήσω για τους ίδιους τους αγώνες. Άλλωστε, νομίζω πως το πνεύμα του ολυμπισμού δεν κρύβεται στα μετάλλια, τις διακρίσεις και τα παγκόσμια ρεκόρ, αλλά στην αγάπη, την ανθρωπιά και το θάρρος των ανθρώπων που παίρνουν μέρος, σε οποιαδήποτε θέση.

Θα μιλήσω για τις στιγμές ενός εθελοντή.

Η πρώτη μου ανάμνηση από την ολυμπιάδα ήταν μέσα Αυγούστου, όταν ο τότε κολλητός μου και εγώ τρέχαμε στη Ν. Ιωνία για να πάρουμε τα απαραίτητα πολεμοφόδια του εθελοντή. Αν δεν με απατά η μνήμη μου αυτά απαρτίζονταν από δύο αλλαξιές ρούχα, κάλτσες, καπέλο, ένα τσαντάκι για τη μέση και φυσικά τα διαπιστευτήρια.

Τι θυμάμαι λοιπόν, ε…;;

Θυμάμαι τον κόσμο στα γραφεία του Αθήνα 2004. Ένα πλήθος χαρούμενο που βούιζε και έβραζε με ανυπομονησία για τη μεγάλη στιγμή. Θυμάμαι τη γλυκιά διαδικασία της μετατροπής ενός καθημερινού ανθρώπου σε εθελοντή του 2004. Θυμάμαι τις ουρές και τις φωτογραφήσεις, τα γεμάτα δωμάτια και τον κόσμο να φοράει γιορτινά χαμόγελα. Θυμάμαι τα ρούχα που μου ήταν τεράστια και έπλεα μέσα τους, αλλά δε με ένοιαζε. Θυμάμαι το γελοίο καπέλο που δεν έβαλα τελικά ποτέ (και ας έκαιγε ο ήλιος).

Η πρώτη μέρα στο «στρατόπεδο» με βρήκε, αγχωμένο σαν νεοσύλλεκτο. Δεν υπήρχε λόγος, τελικά. Τα παιδιά με τα οποία ήμασταν μαζί ήταν εκεί για τον ίδιο ακριβώς λόγο με εμάς. Για να περάσουν καλά και να φτιάξουν αναμνήσεις. Κανείς δε θύμωνε και κανείς δεν έβριζε (κάτι το οποίο από μόνο του αποτελεί ένα μικρό θαύμα, για όποιον γνωρίζει την ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων).

Μου έκανε εντύπωση η οργάνωση. Υπήρχε, και αφήστε αυτούς που γκρινιάζουν πάντα, να συνεχίσουν ανενόχλητοι το θεάρεστο έργο τους. Όλα δούλευαν ρολόι. Δεν ήταν όμως η οργάνωση που σε αγχώνει, που σου χαλάει τη διασκέδαση και τη χαρά της προσφοράς.

Θυμάμαι πως κάθε μέρα μας έδιναν κουπόνια και μαζευόμασταν όλοι οι εθελοντές στην καντίνα και τρώγαμε παρέα. Θυμάμαι τα γέλια και τις φωτογραφίες (κάποιες εκ των οποίων έχουν βρει τη θέση τους στον πίνακα που έχω πάνω από γραφείο μου, εκεί που κρατάω αυτά που αξίζουν να κρατήσω). Δεν ήταν «δουλειά» για κανέναν το Αθήνα 2004. Ακόμα και γι’αυτούς που είχαν προσληφθεί κανονικά και θα πληρώνονταν ήταν σαν μια μικρή επιστροφή στην 5ήμερη.

Θυμάμαι τα γέλια με τους αθλητές. Πολλοί δε μίλαγαν καλά αγγλικά και προσπαθούσαμε να επικοινωνήσουμε με νοήματα και ό,τι ξέραμε από τη γλώσσα του καθενός. Ξέρετε πόσο δύσκολο και όμορφο ήταν να επικονωνείς με ανθρώπους που δεν μπορούν να δουν τα νοήματα σου, ούτε καταλαβαίνουν κάποια από τις γλώσσες στις οποίες μπορείς να μιλήσεις; Ξέρετε πόσο εύκολο το έκαναν να φαίνεται η ευτυχία της στιγμής και η αστείρευτη διάθεση όλων μας;

Θυμάμαι τα στάδια γεμάτα με παιδιά, θυμάμαι τα στάδια γεμάτα με οικογένειες, θυμάμαι τα στάδια γεμάτα με τουρίστες που λιάζονταν στον ελληνικό ήλιο. Θυμάμαι τα πανώ (πως θα μπορούσα να τα ξεχάσω άλλωστε!!),θυμάμαι τους χορούς που στήναμε στα διαλείμματα, τα γέλια και τις φιγούρες μέσα στον αγωνιστικό χώρο στα ημίχρονα. Ντάλα ο ήλιος και εμείς απτόητοι. Ήταν ζεστά και ήταν όμορφα. Ήταν λαμπερά και αληθινά.

Θυμάμαι τις υποσχέσεις που δώσαμε με τους υπόλοιπους της παρέας να μη χαθούμε μετά τους αγώνες. Υποσχέσεις που ξέραμε ακόμα και όταν τις δίναμε πως θα τις αθετούσαμε…αλλά, είπαμε… ποιός γαμάει το αύριο με ένα τόσο όμορφο και αληθινό σήμερα στα χέρια του;

Η πιο γελοία στιγμή; Το λάθος που έκανα στο κομπιούτερ και… χάρισα ένα γκολ παραπάνω σε μια από τις δύο ομάδες. Πανηγύρι. Εγώ να τρελαίνομαι να πατάω κουμπιά να το διορθώσω, οι ασύρματοι να βουίζουν, ο πίνακας βαθμολογίας να τα έχει παίξει… ΑΦΑΣΙΑ! Μέχρι να επαναφέρω το σκορ στα ίσα του έχασα τρία κιλά ιδρώτα και όταν τα κατάφερα, πέσαμε όλοι κάτω από τα γέλια.

Θυμάμαι ακόμα τον αποχαιρετισμό. Τα «αντίο» και τα «θα τα πούμε σύντομα» των άλλων παιδιών. Το γλυκιά λύπη του τέλους. Θυμάμαι τις φωτογραφίες μας πάνω στο βάθρο μετά την τελετή λήξης των αγωνισμάτων. Τους αθλητές να μας υπογράφουν μπάλες, ρούχα, καπέλα και ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νους σας και να μας ευχαριστούν για όλα όσα κάναμε.

Τα έχω κρατήσει όλα. Ρούχα, δώρα, διαπιστευτήρια, χαρτιά. Είναι κλεισμένα καλά σε μέρη που μόνο εγώ μπορώ να δω. Μερικά πράγματα πρέπει να τα κρατάς γερά από το χέρι γιατί αλλιώς μπορούν να σου φύγουν. Μόνο τα διαπιστευτήρια (που δεν έβγαλα από πάνω μου ούτε στιγμή εκείνο τον Σεμπτέμβρη), έχω κρεμάσει κάπου στο δωμάτιό μου για να μου θυμίζουν κάθε μέρα τις μέρες εκείνες.

Στεναχωριέμαι όσο σκέφτομαι πως δύσκολα θα ζήσουμε ξανά όσα ζήσαμε και ακόμα περισσότερο όσο σκέφτομαι πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν τα έζησαν. ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ, δεν ξέρουν τι έχασαν. Αλλά από την άλλη, κάποια πράγματα έχουν τόσο μεγάλη αξία ακριβώς επειδή η επανάληψή τους είναι τόσο δύσκολη: διατηρούν το μυστήριο της μοναδικότητας.

Άλλωστε, είναι γνωστό πως όσο και να προσπαθήσεις, η επανάληψη μιας στιγμής, μιας εμπειρίας, μιας ευτυχισμένης φωτογραφίας κολλημένης στον πίνακα ανακοινώσεων πάνω από το γραφείο, με πρόσωπα λαμπερά και χαμόγελα φυσικά, δεν εξασφαλίζει ποτέ την επανάληψη και της αίσθησης της επίτευξης, της επιτυχίας και της πραγματικής χαράς της στιγμής. Εκεί είναι η μαγεία.

Αλλά είπαμε. Το ηθικό δίδαγμα της εμπειρίας αυτής μπορεί να συνοψιστεί σε μια μόνο φράση, χωρίς άλλες πολυλογίες:

«Δε με νοιαζει που δεν μπορείς να πετάξεις, μου αρκεί που ακούς τη σιωπή…»

(Thanks, zero2one, για την πρό(σ)κληση να μπω στη χρονομηχανή…)





Summer Moved On…

11 08 2007

…at least for me.

Τώρα που οι διακοπές είναι μια ανάμνηση και επέστρεψε στο γνώριμο γραφείο, με την ever-expanding ακαταστασία του και την που-να-το-βάλω-το-CD-που-εδώ-πάνω-δε-χωράει-ούτε-η-σκόνη φιλοσοφία πάνω στην οποία στηρίζεται η ύπαρξή του, μπορώ με σιγουριά να πω αυτό: I’m back.

Λίγο πιο μαυρισμένος, λίγο πιο ξεκούραστος,με αρκετά νέες γνωριμίες, με δύο (2) προτάσεις από συγγενείς για spring breaks σε άλλες χώρες (Καναδά – Αυστραλία) – άσχετα που δεν υπάρχει ο θεσμός στην Ελλάδα και αρκετή κούραση από το ταξίδι.

Το ταξίδι αυτό ήταν ένα ταξίδι με ένα και μόνο σκοπό που δεν τον είχα αναφέρει γιατί ήθελα πρώτα να τον πετύχω: ήταν ένα προσκύνημα.

Όχι, όχι…δεν έγινα ξαφνικά θρήσκος. Δεν ήταν τέτοιου είδους προσκύνημα. Ήταν μια επίσκεψη στα δικά μου ιερά που κρύβονται στα σωθικά της εκεί γης, ένα προσκύνημα στο δικό μου Ιερό Πρόσωπο που είναι ο προσωπικός μου Θεός. That’s all I need to know. That’s all anyone ever really needs to know.

Είναι πραγματικά θεραπευτικό το να κλαις. Δε θυμάμαι την τελευταία φορά που έκλαψα, πριν από χθες. Το να κλαις για αυτά που έχασες δεν είναι θρήνος: είναι
δύναμη. Έχεις νιώσει ποτέ να καθαρίζες μέσα σου; Να λες «τώρα, είμαι εντάξει», «τώρα όλα είναι λίγο καλύτερα»; Δεν υπάρχει άλλο συναίσθημα σαν το κλάμα που βγαίνει ζεστό και τρέχει ελεύθερο χωρίς τις κουραστικές παρεμβάσεις τρίτων που προσπαθούν να σε κάνουν να νιώσεις καλύτερα, που προσπαθούν να σε πείσουν πως ο δικός τους τρόπος είναι λιγότερο οδυνηρός από τον δικό σου.

Ένας στίχος των Placebo μου είχε κολλήσει σε όλο το ταξίδι προς και από εκεί: Soulmates never die…

Και να σου πω κάτι, εσένα που διαβάζεις αυτές τις γραμμές από το σπίτι σου, από το internet cafe που συχνάζεις, από το αεροδρόμιο που περιμένεις το αεροπλάνο σου να σε πάει εκεί που πρέπει και θες;; Είναι αλήθεια. Δεν πεθαίνουν. Απλά αλλάζουν μορφές και σε περιβάλλουν. Όλα είναι πιο αληθινά, όταν δεις μέσα από το ψέμα που χτίζει ο πόνος γύρω τους.

Δεν είχα όρεξη γι’ αυτό το ταξίδι. 3 ώρες με ΚΤΕΛ μέχρι την Πάτρα και 3 ώρες με το πλοίο δεν είναι αυτό που έλεγε κανείς…well, fun. Αλλά άξιζε μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο, μέχρι και το τελευταίο βήμα, μέχρι και τις τελευταίες ανάσες του πιο δύσκολου δρομολογίου: αυτό που σε χωρίζει από το μόνο πράγμα που αγάπησες και σε αγάπησε ποτέ αληθινά.

Until next time, dear love…

Yours forever,

Nam3l3ss

——————————————————-

Music to listen to while waiting for September to come:

Iron & Wine – Trapeze Swingers (Radio Vienna version) ( Please, remember me/ Fondly/ I heard from someone you’re still pretty/And then/ They went on to say/ That the pearly gates/ Had some eloquent graffiti/ Like ‘We’ll meet again’… )

Editors – Smokers Outside The Hospital Doors ( We’ve all been changed/ From what we were/ Our broken parts/ Left smashed on the floor… )

PJ Harvey – We Float ( This is kind of about you/ This is kind of about me/ We just kind of lost our way/ But we were looking to be free… )

Tori Amos – A Case of You ( You are in my blood like holy wine/ and you taste so bitter but you taste so sweet… )