Η Ντροπή μιας Πατερίτσας

21 11 2012

Από όλα τα εκατομμύρια προβλήματα εκεί έξω, αυτά που αναγνωρίζεις με τη μεγαλύτερη δυσκολία είναι αυτά που βιώνεις μέσα στο ίδιο σου το σπίτι.

Στο ισόγειο του πατρικού μου, έμενε και μένει η Θεία μου.

Η Θεία είναι ο άνθρωπος μαζί με τον οποίο μεγάλωσα. Παίζαμε παιχνίδια, τρώγαμε μαζί, βλέπαμε τηλεόραση και μου μίλαγε για εκατοντάδες πράγματα. Στα μάτια μου, η Θεία τα ήξερε όλα και μπορούσε να με «γλιτώσει» από όλα – είτε αυτό ήταν οι λαχανοντολμάδες που ποτέ μα ποτέ η μάνα μου δεν έμαθε ότι δεν έτρωγα είτε αυτό ήταν ένας τσακωμός στο σχολείο και ένα μαυρισμένο μάτι για αναμνηστικό. Ήταν για πολλά χρόνια, «ο άνθρωπός μου» – αν και δε μου χαριζόταν ποτέ εκεί που δεν έπρεπε: μπορεί το λάχανο από τους λαχανοντολμάδες να το γλίτωνα το υπόλοιπο όμως το έτρωγα όλο και όταν το φταίξιμο ήταν δικό μου για έναν τσακωμό στο σχολείο πάντα μου έλεγε ότι το σωστό είναι να πάω και να ζητήσω συγγνώμη.

Θυμάμαι πως εκείνη ήταν η πρώτη που μου επέτρεψε να δοκιμάσω τη γεύση του καφέ και ίσως αυτός να είναι και ένας λόγος που η γεύση και η μυρωδιά του καφέ μου είναι τόσο οικείες και αγαπημένες. Θυμάμαι πως εκείνη μου έμαθε να μετράω, βάζοντάς με να της φέρνω από το δωμάτιο της τις κλωστές της. Θυμάμαι πως ήταν η πρώτη που με έκανε να νιώσω ότι η άποψή μου μετράει, όταν με ρώταγε ποιό νομίζω ότι είναι το πιο ωραίο σχέδιο για το επόμενο κέντημά της – δεν έκανε πάντα αυτό που ήθελα εγώ, αλλά ένιωθα πως η γνώμη μου μετράει για εκείνη και αυτό ήταν αρκετό. Και ποτέ μα ποτέ δεν της μίλησα στο πληθυντικό – πάντα με το μικρό της όνομα.

Περνούσα τόσο πολύ χρόνο με τη Θεία – σχεδόν όλο το χρόνο που είχα ελεύθερο από το διάβασμα και τους φίλους μου – που είναι πραγματικά απορίας άξιο το ότι ποτέ δεν εξέλαβα την αναπηρία της ως «πρόβλημα». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Έλλειψη

2 10 2012

Ήταν όλοι τους γύρω στα 18 όταν ο Νίκος αυτοκτόνησε.

Η μια μέρα πάνω του Κώστα, ο ένας μήνα κάτω του Βασίλη και της Νεφέλης, ακόμα και οι τρεις μήνες από τα 19 της Βάλιας, δεν έχουν σημασία όταν είσαι 18.  Ή μήπως τότε έχουν την περισσότερη σημασία;

Όποια και αν ήταν η ακριβής τους ηλικία, ο Νίκος πέθανε το Μάρτη των 18 τους χρόνων. Αυτό θυμούνται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Πολιτικά Αφροδίσια

22 04 2012

Ήταν κάποτε ένας τυπάς που γούσταρε δύο γκόμενες.

Οι δύο τύπισσες γνωρίζονταν μεταξύ τους και βρίσκονταν μονίμως σε διαμάχη για το ποιά θα τον κερδίσει. Όχι ότι τον αγαπούσαν – γραμμένο τον είχαν – απλά γουσταραν την αίσθηση του να τον έχουν και το γεγονός πως έτσι ένιωθαν δυνατές.

Οπότε αποφάσισε να τις γνωρίσει καλύτερα… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Once upon a time…

5 07 2011

…υπήρχε ένα βασίλειο με ένα χέστη Βασιλιά.

Ο Βασιλιάς είχε όλες τις φοβίες του κόσμου και άλλες τόσες. Περισσότερο όμως από όλα φοβόταν μη χάσει την εξουσία του.

Η δειλία του ήταν τόση που είχε πια γίνει αστείο ανάμεσα στους υπηκόους του. Είχαν βγάλει τραγούδια που  εξιστορούσαν κωμικοτραγικές στιγμές της δειλής ζωής του, είχαν φτιάξει πρόχειρα θεατρικά που αναπαριστούσαν τις πιο αστείες εκδηλώσεις του φόβου του και υπήρχαν φήμες για ένα βιβλίο που κυκλοφορούσε στις φτωχογειτονιές του βασιλείο μέσα στο οποίο αναγράφονταν με λεπτομέρειες όλα εκείνα που τρόμαζαν το Βασιλιά.

Ο Βασιλιάς φοβήθηκε πως όλη αυτή η κατάφορη έλλειψη σεβασμού στο πρόσωπό του θα οδηγούσε μοιραία σε ένα μονάχα πικρό για εκείνον τέλος – ποιός θέλει έναν χέστη για βασιλιά άλλωστε; Δε μπορούσε να το επιτρέψει αυτό… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Joke

18 10 2010

Έψαχνε μέσα στα συρτάρια όταν έπεσε πάνω στο γράμμα.

Δε θα είχε ρίξει δεύτερη ματιά αλλά ο γραφικός του χαρακτήρας της κέντρισε την προσοχή.

Κατα πάσα πιθανότητα θα ήταν τίποτα – ένας παλιός, ξεχασμένος φάκελος σε ένα συρτάτι που θα είχε μέσα παλιές τους φωτογραφίες στην καλύτερη και παλιές αποδείξεις στη χειρότερη περίπτωση.

Για μια στιγμή αναρωτήθηκε τι από τα δύο θα ήταν πραγματικά χειρότερο.

Έπιασε το φάκελο στο χέρι της και τον γύρισε στην πίσω πλευρά. Ήταν κλειστός.

Παράξενο.

Ενώ ήθελε να σκίσει σαν τρελή το φάκελο, έτρεξε στην κουζίνα και πήρε ένα μαχαίρι για να τον κόψει προξενόντας του όση μικρότερη ζημειά μπορούσε.

Μια σελίδα ήταν διπλωμένη στα τέσσερα, μέσα.

«Σ’αγαπώ.

Δεν ήξερα πως να ξεκινήσω αυτό το γράμμα γι’αυτό ξεκινάω με κάτι που ξέρεις ήδη. Απλά ήθελα να στο πω για ακόμα μια φορά.

Ελπίζω το γράμμα αυτό να σε βρίσκει καλά και να σε βρίσκει αρκετό καιρό μετά τον αποχωρισμό μας. Ελπίζω να είσαι ευτυχισμένη και να διαβάζεις αυτό το γράμμα με τα κομμάτια σου σε μια οργανωμένη αναρχία, όπως σε ήξερα και σε αγαπούσα.

Σκέφτηκα πολύ τι θέλω να σου γράψω σε αυτό το γράμμα.

Ήθελα να γράψω τόσα πολλά…

Για τόσες πολλές στιγμές που δε θα είμαι παρών για να σου τα πω.

Αλλά μετά σκέφτηκα πως δεν υπάρχει αρκετό χαρτί στον κόσμο για να τα γράψω όλα αυτά.

Γιατί ήθελα να είμαι πλάι σου το πρωί που θα ξυπνάς και να σου λέω πόσο όμορφη είσαι ακόμα και χωρίς μακιγιάζ, ακόμα και όταν κοιμάσαι.

Θα ήθελα να είμαι δίπλα σου όταν θα περιμένεις τις απαντήσεις από τις εξετάσεις μας, για να σε μαλώνω και να με μαλώνεις που δεν προσέχουμε όσο πρέπει.

Θα ήθελα να είμαι εκεί όταν θα είσαι κουρασμένη, θλιμμένη, δυστυχισμένη για να σου λέω πως όλα θα πάνε καλά (ακόμα και όταν δε θα πήγαιναν).

Θα έδινα τα πάντα για να είμαι εκεί όταν είσαι ευτυχισμένη, όταν γελάς για να σου πειράζω τα λακάκια στα μάγουλα και να σου λέω πόσο αγαπώ το χαμόγελό σου.

Θέλω να ξέρεις πως ο λόγος που δε στα γράφω όλα αυτά είναι η έλλειψη χώρου και χρόνου, όχι η έλλειψη των συναισθημάτων.

Θέλω να το θυμάσαι αυτό.

H ζωή είναι ένα αστείο, μικρή μου.

Για άλλους μικρό και για άλλους μεγάλο. Για άλλους κρύο και για άλλους ξεκαρδιστικό. Για άλλους αξίζει το χρόνο που έκαναν να το ακούσουν και για άλλους πάλι όχι.

Η ζωή μαζί σου όμως, ήταν το πιο ξεκαρδιστικό, το πιο διασκεδαστικό και ωραίο αστείο. Και άξιζε μέχρι και το τελευταίο λεπτό του.

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή για θρήνο και υπάρχουν στιγμές για ευτυχία.

Ελπίζω και υπόσχομαι πως θα κάνω τα πάντα για να είναι από εδώ και στο εξής η ζωή σου γεμάτη στιγμές ευτυχίας.

Πρέπει να μάθουμε να προχωράμε όταν όλα στη ζωή μας λένε σταμάτα. Να πολεμάμε για την ευτυχία γιατί δεν έρχεται εύκολα, φτηνά ή χωρίς κόπο.

Υπάρχει μονάχα μια θεμελιώδης αλήθεια για τη ζωή, αγάπη μου. Πώς είναι λίγη. Και πως στο τέλος, κανείς μας δεν ορίζει τη διάρκειά της. Το μόνο που ορίζουμε είναι ο τρόπος που θα σπαταλήσουμε το χρόνο μας.

Εγώ τον σπατάλησα σωστά και αν τα έκανα όλα από την αρχή δε θα άλλαζα τίποτα.

Πήγαινε λοιπόν και ζήσε τη ζωή σου σαν το μεγάλο αστείο που πραγματικά είναι.

Αγάπησε, χόρεψε, μέθυσε ξανά και κάνε όλα όσα σου λένε πως δεν πρέπει να κάνεις.

Η ζωή που επιθυμείς είναι πάντα κάπου ανάμεσα στο «δεν πρέπει» των άλλων και το δικό σου «δε μπορώ».

Βγες και διασκέδασέ τη μέχρι την τελευταία της στιγμή.

Για εμένα.

Και για εσένα.

Θα μπορούσα να γράφω αιώνες. Αλλά δεν έχω αιώνες. Έχω μονάχα το τώρα και αυτό είναι το μόνο που έχουμε πραγματικά ποτέ.

Γι’αυτό θα αφήσω το γράμμα μου εδώ.

Γράψε τις δικές σου σελίδες.

Δικός σου, πάντα.

Σ’αγαπώ.»

 

Πήγε και τον βρήκε την επόμενη ημέρα. Στο ίδιο πάντα μέρος, στο ίδιο πάντα σημείο αιώνια παγωμένα αισθήματα συμπυκνωμένα σε δυο μέτρα γης.

«Μια χαρά σε βρίσκω.» είπε και κάθησε στο κρύο μάρμαρο.

«Ευτυχισμένο.»





Transformations

17 09 2010

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος στο χωριό μου που είχε το χάρισμα να μπορεί να γιατρεύει την αϋπνία.

Αν πέρναγες μαζί του πέντε λεπτά…σε είχε πάρει ο ύπνος πριν προλάβεις να πεις «βαρέθηκα».

Πόσα επίθετα ξέρετε για να περιγράψετε την ησυχία; Ε…τα είχε όλα.

Ήταν ήρεμος, ήσυχος, καταδεκτικός, συγκαταβατικός, ειρηνικός, ποτέ δεν έμπλεκε σε καβγάδες, ποτέ δεν ανέβαζε τον τόνο της φωνής του και κυρίως, ακόμα και να είχε διαφορετική άποψη με τη δική σου, ποτέ δεν το εξέφραζε.

Τον γνώρισα όταν ήμουν ακόμα στο δημοτικό  και…ακόμα βαριέμαι.

Δεν ήταν ακριβώς – ή μάλλον, δεν ήταν τόσο – ότι αυτά που έλεγε ήταν βαρετά, όσο ο τόνος της φωνής του όταν τα έλεγε. Με τον ίδιο τόνο, με την ίδια ένταση – σα να είχε φτάσει στη Νιρβάνα χωρίς διαλογισμό.

Αλλά μιας και υπάρχει για όλους τους ανθρώπους κάποιος άνθρωπος στον κόσμο, είχε παντρευτεί και είχε κάνει και δύο παιδιά. Θυμάμαι πως με την παρέα στο χωριό στήναμε ολόκληρα σκετσάκια γύρω από το πως θα ήταν το σεξ των δύο αυτών ανθρώπων…πολύ γέλιο, ιδιαίτερα αν είσαι 13 χρονών όπου όλα είναι λίγο πιο αστεία απ’ότι πραγματικά είναι.

Τα αγαπούσε πολύ τα παιδιά του. Για να πω την αλήθεια, οι μοναδικές φορές που έδειχνε να βγαίνει για λίγο από τη Νιρβάνα του, ήταν όταν πηγαίναμε να πάρουμε τα παιδιά του για να πάμε στο γήπεδο. Φοβότανε. Κυρίως γιατί ήξερε πως ο κόσμος στην πραγματικότητα ζούσε στο άλλο άκρο της δικής του Νιρβάνας: στο Χάος.

Ένα πρωί που είχε σηκωθεί με τον ένα απο τους δύο γιούς του για να πάνε να ποτίσουν τα χωράφια, ο μικρός ξέφυγε λίγο από την προσοχή του και ήρθε φάτσα με προφυλακτήρα με τον κυρ-Παντελή. Ο κυρ-Παντελής, ήταν… ας το πούμε… επιρρεπής στο ποτό και το προηγούμενο ακριβώς βράδυ είχε πιει το Βόσπορο και είχε βγει με απλωτές στη Μεσόγειο.

Ακόμα μερικές φορές, όταν σκέφτομαι για το πόσο τελικά πιστεύω στη μοίρα ή όχι, σκέφτομαι τον κυρ-Παντελή.

Ο δρόμος από τη Χώρα στο χωριό μου είναι τουλάχιστον 1,5 ώρα δρόμος και όταν μιλάμε για «δρόμους» και «χωριό» πριν 10 περίπου χρόνια, δε μιλάμε για άσφαλτο…ούτε για προστατευικά κυγκλιδώματα…ούτε για περιφράξεις στους γκρεμούς…well,  νομίζω τη φτιάξατε μια εικόνα.

Οπότε, ο κυρ-Παντελής αφού διέσχισε όλο το δρόμο από τη Χώρα μέχρι το χωριό, χωρίς να βλέπει που τελειώνει ο δρόμος και που αρχίζει ο γκρεμός, έφτασε μέχρι τα χωράφια όπου ο μικρός είχε αφοσιωθεί στο χωραφι και δεν είχε προσέξει πως ο μικρός είχε απομακρυνθεί και είχε βγει στο δρόμο – εντάξει…δεν τον κατηγορώ, 10 χρονών παιδί ήταν, δεν είχε και πλήρη άγνοια του κινδύνου και ποτέ δε σου πάει στο μυαλό πως το χειρότερο που μπορεί να συμβεί στο παδί σου θα συμβεί ακριβώς σε λίγα λεπτά.

Ο κυρ-Παντελής σταμάτησε για λίγο στο δρόμο και -με την απότομη επιστροφή στην πραγματικότητα μέσα στο μεθυσμένο μυαλό του – αποφάσισε πως κανείς δεν είχε δει τίποτα, άρα τίποτα δε συνέβη. Το κακό με τον κυρ-Παντελή ήταν πως το θάρρος του έφτανε μόνο μέχρι τις κόντρες στο ποτό – ήταν θρυλικές οι επιδόσεις του στο να κατεβάζει μπουκάλια σε χρόνο ρεκόρ. Όταν ήρθε η ώρα να αποδείξει αν έχει αρχίδια, μάλλον τα έχασε κάπου σε κάποιο από τους γκρεμούς που τόσο «τυχερά» είχε γλιτώσει στη διαδρομή. Το κακό για τον κυρ-Παντελή είναι πως ο πατέρας του μικρού είχε ακούσει το θόρυβο και είχε ανέβει τρέχοντας από τα χωράφια.

Φυσικά, όλα αυτά τα μάθαμε αργότερα.

Το μόνο που έμαθε το χωριό μέχρι τη μεθεπόμενη ημέρα ήταν πως κάποιος άγνωστος είχε σκοτώσει το μικρό με το αυτοκίνητο.

Την επόμενη ημέρα στην κηδεία του μικρού πήγε όλο το χωριό. Και γιατί μιλάμε για τον άδικο θάνατο ενός παιδιού, αλλά και για τους γνωστούς λόγους που είναι πάντα πανταχού παρόντες οι κάτοικοι των χωριών – γιατί το θεωρούν υποχρέωσή τους. Και τον συγκεκριμένο συγχωριανό τους μπορεί να τον βαριόντουσαν περισσότερο απ’ότι και ο Θεός τα «Κύριε Ελέησον», αλλά…τον αγαπούσαν (με την ιδιόμορφη αγάπη που έχεις για κάποιον που δε διαφωνεί ποτέ μαζί σου στα πολιτικά, δεν υψώνει τη φωνή όταν του ζητάς να φέρεις τα ζώα σου στο χωράφι του…ή αλλιώς με μια αγάπη ιδιοτελή, όπως είναι άλλωστε σχεδόν όλες οι όψεις της αγάπης).

Στην κηδεία του μικρού λοιπόν, πήγε όλο το χωριό. Και πήγε και ο πατέρας του. Και αυτό, θυμάμαι, πως ήταν το πιο παράξενο θέαμα που είχα δει: ήταν ο ίδιος ήρεμος και ήσυχος άνθρωπος που ήξερα πάντα.

Μπορεί να ήμουν 13 αλλά δεν ήμουν ηλίθιος. Δεν μπορούσα φυσικά στα 13 μου να κατανοήσω το βάθος του ανθρώπινου πόνου, αλλά ακόμα και έτσι δεν καταλάβαινα πως γίνεται να μην κλαίει, να μη δακρύζει ή να μην φωνάζει ή έστω να μην φαίνεται στο πρόσωπό του η θλίψη. Ήταν ακριβώς ίδιος. Ανατριχιαστικά ίδιος.

Θυμάμαι τους ανθρώπους να συζητάνε απο ψηλά (ναι, όταν είσαι 13 οι περισσότεροι είναι πιο ψηλά από εσένα), για το πόσο δυνατός είναι και την αξιοπρέπειά του.

Εγώ δεν είδα τίποτα από τα δύο.

Και αυτό με τρόμαξε περισσότερο. Δεν ήθελα να τον χαιρετίσω στο τέλος της κηδείας και όταν η μάνα μου με κοίταξε με το γνωστό της δολοφονικό βλέμμα «κάν’το-αλλιώς-θα-ψάχνεις-από-που-σου-ρχονται-οι-φάπες» με χαιρέτισε με ακριβώς τον ίδιο τρόπο που με αποχεραιτούσε όταν επιστρέφαμε με τον γιό του από τη μπάλα.

Την επόμενη ημέρα, άκουσαν τον κυρ-Παντελή να φωνάζει. Όταν έφτασαν οι γείτονες, ήταν ήδη αργά (ή, ανάλογα ποιά είναι η άποψή σας για την εκδίκηση και τη φράση «οφθαλμός αντί οφθαλμού», ακριβώς όταν έπρεπε).

4 μαχαιριές.

Ήταν η μόνη φορά που ο πατέρας του μικρού, ο Βαρεμάρας όπως τον λέγαμε όταν δεν ήταν κάποιος από τους δυο τους μπροστά, είχε ανεβάσει τους «τόνους» του.

Φυσικά, εγώ τις μαχαιριές της έμαθα πολύ μετά (συγκεκριμένα, η μάνα μου μου είχε πει τότε ότι «τσακώθηκαν» – the biggest understatement of that year χαχαχα)

————————————-

Δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω να πω με αυτή την ιστορία.

Όταν ξεκίνησα να τη γράφω το θέμα που είχα στο μυαλό μου ήταν «μέχρι που μπορείς να φτάσεις για τους ανθρώπους που αγαπάς;» και υπό μία έννοια, ακόμα αυτό είναι το θέμα…αλλά όχι ακριβώς.

Βλέπετε, ο Βαρεμάρας ήταν ευτυχισμένος – ακόμα και αν για εμένα ή εσένα αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό – με τη ζωή του. Επέλεγε ναι είναι ήσυχος, δεν καταπιεζόταν. Επέλεγε να μη διαφωνεί, δεν ένιωθε να πνίγεται.

Δεν ήταν λοιπόν τα «απωθημένα» του αυτά που βγήκαν την ημέρα που πήρε την εκδίκησή του από τον κυρ-Παντελή.

Το θέμα είναι πως μερικές φορές όταν λέμε πως μπορούμε να κάνουμε τα πάντα για έναν άνθρωπο, ξεχνάμε τις συνέπειες αυτού του «τα πάντα» για τους υπόλοιπους ανθρώπους που αγαπάμε.

Αν θυμάστε την ιστορία του Βαρεμάρα, είχε και άλλο ένα γιο.

Ο άλλος του γιος δεν κατάλαβε ποτέ γιατί έκανε αυτό που έκανε ο πατέρας του. Ή μάλλον όχι το «γιατί’, όσο το «γιατί χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες». Ο μικρός μεγάλωσε στο χωριό με ψιθύρους πως είναι ο γιος του φονιά του κυρ-Παντελή.

Καθιστά αυτό λάθος την πράξη του Βαρεμάρα;

Ήταν ίσως, εξ αρχής λάθος;

Ή μήπως το μοναδικό λάθος στην ιστορία, είναι πως ο κυρ-Παντελής ήταν πολύ άτυχος που δεν έπεσε σε κάποιον από τους γκρεμούς στο δρόμο ή δε βρήκε σε κάποιον τοίχο;

Η αγάπη, λένε, μεταμορφώνει.

Αν και τείνω τελικά να καταλήξω πως η αγάπη δεν μεταμορφώνει, απλά…παραμορφώνει.





4 Σακούλες Σκουπίδια

7 09 2010

Η αλήθεια είναι πως το διαμέρισμά της  δεν ήταν πολύ διαφορετικό απ’ότι συνήθως:

Χαρτιά πεταμένα παντού, 4 σακούλες σκουπίδια για κατέβασμα (στρατηγικά τοποθετημένες στην κουζίνα, το δωμάτιο, το σαλόνι και την τουαλέτα για να μη χρειάζεται να σηκώνεται όποια στιγμή ήθελε να ξεφορτωθεί κάτι), πιάτα άπλυτα, γεμάτα τασάκια και το κομπιούτερ ανοιχτό, να παίζει ολόκληρη τη δισκογραφία των Counting Crows στο repeat. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »