The Violence We Do To Ourselves

14 05 2016

Κάθε τρεις μήνες αλλάζω θέση στο desktop μου.

Μία το έχω στο έξτρα δωμάτιο (που ήταν για χρόνια το γραφείο μου), μία στην κουζίνα, μία στο σαλόνι να βλέπει έξω από το μπαλκόνι.

Δεν ξέρω ακριβώς γιατί το κάνω. Κάθε φορά μου παίρνει λίγο χρόνο να συνηθίσω. Ποτέ δεν ξέρω πού να βάλω τα πόδια μου στην αρχή.

Υποθέτω, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ.

Όπως η ανάγκη για διαρκή αλλαγή και η δυσπροσαρμοστικότητα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





The Machine

27 01 2016

Υπήρχε ένα Μηχάνημα, στο δεύτερο σκαλί, στη σκάλα που οδηγούσε από το πατρικό μου στην ταράτσα.

Θυμάμαι (ή έχω την αίσθηση πως θυμάμαι) ότι το είχε φέρει ο πατέρας μου, αν και στην κατάσταση που ήμασταν όλοι τότε θα μπορούσε να είχε εμφανιστεί ex nihilo και κανείς μας δε θα είχε την ψυχική δύναμη να αναρωτηθεί πώς στο διάλο έγινε αυτό.

Ήταν μέσα σε μια λευκή σακούλα, ποτισμένη φαρμακίλα. Δε θυμάμαι ακριβώς τη μυρωδιά, θυμάμαι τον τρόπο που με έκανε να αισθάνομαι η μυρωδιά: αναγούλα, αηδία και αποστροφή.

Το Μηχάνημα είχε ένα μικρό φυλλάδιο οδηγιών.

Δε θυμάμαι τι έκανε ακριβώς το Μηχάνημα. Κάτι με την αναπνοή σου. Θα βοηθούσε να συνεχίσεις να αναπνέεις, μέχρι να μην υπήρχε κανένα μηχάνημα στον κόσμο να σε βοηθούσε να αναπνέεις.

Κάτι για το λαιμό σου θυμάμαι. Είχε κάτι να κάνει με καθάρισμα.

Και έκανε έναν φριχτό ήχο όταν στο έβαζαν στο νοσοκομείο. Απαίσιο. Αηδιαστικό ήχο. Στο μυαλό μου τον έχω αποθηκεύσει κάπου ανάμεσα στον ήχο που κάνουν οι τουαλέτες που ρουφάνε μέσα το νερό και ο σκουπιδοφάγος.

Το αποφεύγαμε όλοι μας αυτό το Μηχάνημα. Πηγαίναμε από την άλλη πλευρά της σκάλας για να διατηρήσουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε εμάς και Αυτό.

Υποκρινόμασταν ότι διαβάζαμε τις οδηγίες του και λέγαμε ο ένας στον άλλο «έλα, μάθε πώς δουλεύει, θα το χρειαστούμε όταν γυρίσει σπίτι είπαν οι γιατροί» και κανένας μας δε γύρισε να πει «δε θα γυρίσει σπίτι ποτέ, σπαταλάς το χρόνο σου».

Και θα είχε δίκιο, τελικά, όποιος το έλεγε.

Γιατί δε γύρισες ποτέ ξανά σπίτι.

Ποτέ δεν το χρησιμοποίησες το Μηχάνημα κι όμως Εκείνο έμεινε στο σπίτι σου και μετά από εσένα.

Το θυμάμαι στις σκάλες την ώρα που ανέβαζαν τη μάνα μας υποβασταζόμενη. Την ώρα που εγώ ρώταγα «τι έγινε;» όχι γιατί δεν ήξερα, αλλά γιατί είχα ανάγκη να ακούσω τις λέξεις.

Ήταν εκεί το πρωί της κηδείας σου. Θυμάμαι τη βρώμα της λευκής σακούλας να κατακλύζει τη σκάλα.

Και έπειτα, δεν ήταν πια εκεί. Και εγώ δε ρώτησα ποτέ τι απέγινε.

Για κάποιο λόγο θεώρησα (ή έπεισα τον εαυτό μου, δεν ξέρω) ότι το Μηχάνημα χαρίστηκε σε κάποιον που μπορεί όντως να είχε λίγο χρόνο ακόμα για να το χρησιμοποιήσει.

Γιατί εσύ δε γύρισες ποτέ ξανά σπίτι και το Μηχάνημα, με τον φριχτό ήχο του και το ηλίθιο φυλλάδιο οδηγιών του, δε σε βοήθησε να αναπνεύσεις για λίγο καιρό ακόμα.

Δε σου θυμώνω που δε γύρισες. Ήταν ανεκτό. Διαχειρίσιμο σχεδόν. Με ηρεμιστικά για τους γονείς μας και ατέλειωτες ώρες γραψίματος για εμένα.

Ίσως να’ταν και καλύτερα που δε γύρισες. Παρόλες τις μαύρες στιγμές που ζήσαμε στους τέσσερις τοίχους του, ήταν πάντα ένα μέρος ασφαλές για εσένα. Δεν υπήρχαν Μηχανήματα. Δεν υπήρχε φόβος.

Δε θα το δεχόμουν τότε – τότε που 1 ακόμα μέρα μαζί σου θα ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο – αλλά σήμερα μπορώ να καταλάβω πόσο εγωιστικό ακούγεται αυτό. Πονάει. Θα’θελα να μπορούσα να το ευχηθώ, αλλά όχι εις βάρος σου. Όχι πια.

Μέσα σ’όλα, είχαμε αρχίσει να μαθαίνουμε στην απουσία σου ενώ ήσουν ακόμα παρούσα. Εκπαιδεύαμε τους εαυτούς μας. Δε νομίζω ότι βοήθησε αλλά μπορεί και να βοήθησε και να μην το κατάλαβα. Είναι απίστευτο πόσο προσπαθεί να σε προστατεύσει το μυαλό σου από το ναυάγιο που έρχεται.

Απόψε ήρθε στο μυαλό μου το Μηχάνημα, ενώ κανένα ερέθισμα της ημέρας δε θα μπορούσε λογικά να οδηγησει σε αυτό. Μπορεί ο ιππόκαμπός μου να έχει αρχίσει να τα παίζει. Και αποφάσισα να ξορκίσω αυτό το δαίμονα με συνοπτικές διαδικασίες.

Γιατί κάποια Μηχανήματα, όταν αυτό είναι δυνατό, καλύτερα να μένουν για πάντα σβηστά.





Curtain Call

1 01 2015

 

index

Οφείλω να παραδεχτώ κάτι πριν ξεκινήσω αυτό μου το post.

Ποτέ δεν ήμουνα καλός στους αποχωρισμούς

Πάντα μου έβγαιναν πιο αδιάφοροι ή πιο συναισθηματικοί απ’ ότι πραγματικά ήθελα. Οι αποχαιρετισμοί είναι σα να διοργανώνεις surprise party στον κολλητό σου. Ποτέ δεν ξέρεις αν θα δακρύσει από τη συγκίνηση ή θα αδιαφορήσει πλήρως.

Απ’την άλλη fuck it…who cares?

Αυτός είναι ο δικός μου αποχαιρετισμός στα όπλα και δε δίνω μία…

The Story of Everything is rolling down its curtains… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





The Ages of Life

21 11 2014

Όταν σκέφτομαι τη ζωή – τη δική μου, τη δική σου και κάθε άλλου ενδιάμεσα – μου αρέσει να την τοποθετώ σε μια νοητή ευθεία όπως αυτή των περιόδων της ιστορίας. Γιατί, εδώ που τα λέμε, μπορεί να μιλάμε για την πορεία μίας μονάχα ζωής αλλά τι είναι οι ιστορικές περίοδοι αν όχι ένας ωκεανός ανθρώπινων ζωών; Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Ο Θάνατος Είναι Μια Βρώμικη Υπόθεση

10 10 2014

Πήγα σε μια κηδεία τις προάλλες.

Για κάποιο λόγοι οι (ηλικιωμένοι ευτυχώς) συγγενείς μου, επιλέγουν να την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια για τόπους αναψύξεως με το που σκάει μύτη το φθινόπωρο. Είχα να πάω από πέρσι σε κηδεία.

Δυστυχώς, εκείνη που χάθηκε ήταν μια θεία που αγαπούσα από παιδί. Ευτυχώς, ήταν μια γυναίκα 90φεύγα χρονών που έζησε μια ζωή γεμάτη, την έζησε με πάθος και όπως ακριβώς τη γούσταρε. Είδε παιδιά, εγγόνια και τα τελευταία χρόνια πρόλαβε να ακούσει και τα δισέγγονά της να τη λένε «πρό-γιαγιά».

Θυμάμαι ότι της έκανα πλάκα όταν γεννήθηκε το πρώτο δισέγγονό της, ότι με τόσα χρόνια εμπειρίας στον τομέα γιαγιά, δεν την έλεγαν προ-γιαγιά αλλά «pro» γιαγιά. Και γέλαγε. Με εκείνη τη βαθιά μπάσα φωνή της που θα ήταν τέλεια για διαφήμιση τσιγάρων Santé.

Η κηδεία της ήταν απλή και σεμνή και η κόρη της λυπημένη αλλά συνειδητοποιημένη.

Σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια της ακολουθίας πως για όλους όσους βοήθησε, αγάπησε και έζησε μαζί της όλα αυτά τα χρόνια της ζωής της, ο κόσμος στην κηδεία ήταν πολύ λίγος. Αλλά μετά συνειδητοποίησα πως οι περισσότεροι από αυτούς που άνηκαν σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες είχαν ήδη πεθάνει πριν από εκείνη. Και, με κάποιον τρόπο, αυτό με έκανε να γελάσω μέσα μου και να συνειδητοποιήσω πως δεν ήμουν παρών στο θρήνο για το χαμό μιας αγαπημένης θείας, αλλά στην γιορτή για το μέγεθος και την ποιότητα της ζωής της.

Ήταν πλήρης ημερών, αλλά πάνω απ’όλα, ήταν πλήρης εμπειριών.

Κάτι όμως μου έκανε εντύπωση στην κηδεία.

Η αποστείρωση.

Και θυμήθηκα αμέσως μια σκηνή από το Six Feet Under – που αν ΕΣΥ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές δεν το έχεις δει, τρέχα στο «θείο» να το κατεβάσεις ASAP, γιατί δεν είναι σειρά αλλά εμπειρία ζωής.

Δες παρακάτω για να καταλάβεις τι εννοώ:

(Δεν έχει spoilers. Είναι από το πρώτο επεισόδιο και το θάνατο αυτόν τον ξέρεις και διαβάζοντας το summary της σειράς γιατί είναι ο καταλύτης της)

Όχι, δεν υπήρχε αλατιέρα στην κηδεία της θείας μου.

Αλλά υπήρχαν γαντάκια.

Πλαστικά γαντάκια χειρουργείου.

Καταλαβαίνω το θάνατο. Πιστέψτε με, έχασα μια αδερφή στα 9 της χρόνια – τον νιώθω στα κόκαλά μου το θάνατο.

Κατανοώ την ανάγκη των ανθρώπων να τον… εξωραΐσουν. Να τον κάνουν πιο… καθωσπρέπει (for lack of a better word).

Αλλά o Nate παραπάνω έχει δίκιο: αυτό είναι και το μέγιστο λάθος μας.

Ο θάνατος δεν είναι αποστειρωμένα γαντάκια χειρουργείου.

Ο θάνατος είναι μια βρώμικη υπόθεση.

Μια messy (δεν υπάρχει καλή απόδοση στα ελληνικά) κατάσταση, μια αναταραχή στον κόσμο εντός και εκτός σου.

Δεν επιδέχεται πολιτισμικού εκμοντερνισμού για τον απλούστατο λόγω πως είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα που έχουν παραμείνει ως έχουν από την αρχαιότητα έως και σήμερα: πονάει ο πούστης.

Δεν έχει σημασία αν είσαι ο Λόρδος Βύρωνας ή το απόλυτο βλαχαδερό. Όταν χάνεις τον άνθρωπό σου πονάς πάντα με τον ίδιο αρχέγονο πόνο που πονούσε και ο προ-προ-προ-προ-προ-προ-προ πάππους σου και ο δικός του αντίστοιχα.

Και όταν πονάς, πρέπει ο πόνος να ξεσπά κάπως. Ειδάλλως συσσωρεύεται σα δηλητηριώδες νεφέλωμα στο μπουκάλι. Και κάποια στιγμή θα σκάσει – δεν τίθεται θέμα αν θα σκάσει ή όχι, είναι μονάχα θέμα χρόνο το πότε θα γίνει.

Δε φόρεσα, λοιπόν, γαντάκι.

Όχι γιατί είμαι εξυπνότερος από τους άλλους. Όχι γιατί εγώ καταλαβαίνω τον πόνο καλύτερα. Όχι γιατί εγώ πόνεσα περισσότερο.

Αλλά γιατί έτσι είναι ο θάνατος. Βρώμικος.

Άσε τα γαντάκια στην άκρη για μια στιγμή και, αν νιώθεις να το κάνεις, πιάσε το χώμα με τα χέρια σου. Αν δε νιώθεις, it’s all good και πάλι: κανένας νεκρός δε γύρισε να σου πει «γιατί δε μου ‘ριξες χώμα στην κηδεία μου;». Αλλά αν το νιώθεις πραγματικά, γάμα τα τα γαντάκια.

Ναι, αυτό το χώμα πριν σκέπαζε κάποιον άλλο νεκρό και τώρα θα σκεπάζει το δικό σου και κάποια μέρα κάποιον άλλο.

Είναι εντάξει, δε θα κολλήσεις θάνατο.

Τίμησε έτσι τον άνθρωπο που αγάπησες.

Χωρίς αποστείρωση και betadine αποχεραιτισμούς. Χωρίς καθωσπρεπισμούς.

Από το θάνατο δε γλίτωσε κανείς. Ούτε εγώ ούτε και εσύ θα γλιτώσουμε.

Είναι μια απαίσια κατάσταση για αυτούς που μένουν πίσω και ένας οξύς πόνος στην καρδιά που αμβλύνεται λίγο γνωρίζοντας πως ο άνθρωπος που μόλις αποχαιρέτισες έζησε τη ζωή του στο full – ΑΝ το πρόλαβε αυτό.

Αλλά όταν επιλέγεις να πεις αντίο, λέγε αντιο με το στόμα ανοιχτό.

Όχι με ψιθύρους.

————————————————————-

Γεία σου, ρε θεία.





Κασσάνδρες

2 09 2014

Ξεκινάει σα θυμός και καταλήγει σαν ανείπωτο παράπονο.

Γιατί να είσαι πάντα στη μέση του δίκαιου και του άδικου;

Γιατί να μην είχες γεννηθεί ή γαλουχηθεί διαφορετικά;

Γιατί να μην ήσουν πιο ακραίος;;

Να έγραφες όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου στ’ αρχίδια σου, μόνιμα σε μία ημιναρκωμένη κατάσταση ύπνου και ξύπνιου ή, στην άλλη άκρη, να σε ένοιαζε τόσο πολύ ο εαυτούλης σου που να επιβίωνες με κάθε τρόπο ό,τι αντίκτυπο και αν είχε αυτό στους γύρω σου;

Η ζωή είναι παιχνίδι και εσύ στην καλύτερη βρίσκεται εκτός των εξελίξεων, να παρατηρείς όσα συμβαίνουν για εσένα χωρίς εσένα. Να δέχεσαι αψήφιστα τις ομαδικές ανταμοιβές ή τιμωρίες σαν να είναι προσωπικά σου κατορθώματα ή παραπτώματα.

Ο κόσμος, τελικά, δε φτιάχτηκε για μετριοπαθείς και εσύ προσπαθείς να κρατήσεις την ισορροπία στην αόρατη ζυγαριά του «πρέπει» και του «εγώ» με απόλυτη αποτυχία.

Γιατί να μην είμαι διαφορετικός;

Γιατί να μην μπορώ να αδιαφορώ πλήρως για το τι είναι δίκαιο; Γιατί να μην είμαι ένας ξέγνοιαστος μοιρολάτρης που δε σκέφτεται το μέλλον πέρα από την ώρα που δείχνει αυτή τη στιγμή το ρολόι;

Και γιατί , ω γιατί, να πρέπει να καταλήγω πάντα στο ίδιο παγκάκι με την Κασσάνδρα;

Να βλέπω το Δούρειο Ίππο, να προβλέπω το κακό που έρχεται και να μη με ακούει κανείς μέχρι η Τροία να έχει πια πέσει.





(You Don’t Really) Know Thyself

19 08 2014

Είναι πολλά αυτά που μαθαίνεις για τον εαυτό σου μεγαλώνοντας.

Τις παραξενιές που δε λένε να ξεκολλήσουν από το πετσί σου, τον ωκεανό δυνατοτήτων που φυλάς μέσα σου (για ποιόν άραγε;), αυτά που σε κάνουν να γελάς και αυτά που σε κάνουν να θες να σπάσεις ό,τι γυαλικό υπάρχει σε εκατομμύρια μικρά κομματάκια, το γεγονός πως είσαι ο χειρότερος εχθρός και ο καλύτερος φίλος σου και οι δύο πλευρές είναι πάντα σε πόλεμο, την Αχίλλειο πτέρνα σου και όλα αυτά τα όρια που δε μπορείς ποτέ να ξεπεράσεις.

Αν διαβάζεις αυτό το κείμενο στα φευγάτα χρόνια της εφηβείας σου ή στα πρώτα σου βήματα στην ενήλικη ζωή, πιθανότατα θα νομίζεις πως εσύ ξέρεις τον εαυτό σου απόλυτα.

Αλλά κάνεις λάθος. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »