Curtain Call

1 01 2015

 

index

Οφείλω να παραδεχτώ κάτι πριν ξεκινήσω αυτό μου το post.

Ποτέ δεν ήμουνα καλός στους αποχωρισμούς

Πάντα μου έβγαιναν πιο αδιάφοροι ή πιο συναισθηματικοί απ’ ότι πραγματικά ήθελα. Οι αποχαιρετισμοί είναι σα να διοργανώνεις surprise party στον κολλητό σου. Ποτέ δεν ξέρεις αν θα δακρύσει από τη συγκίνηση ή θα αδιαφορήσει πλήρως.

Απ’την άλλη fuck it…who cares?

Αυτός είναι ο δικός μου αποχαιρετισμός στα όπλα και δε δίνω μία…

The Story of Everything is rolling down its curtains… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements




(You Don’t Really) Know Thyself

19 08 2014

Είναι πολλά αυτά που μαθαίνεις για τον εαυτό σου μεγαλώνοντας.

Τις παραξενιές που δε λένε να ξεκολλήσουν από το πετσί σου, τον ωκεανό δυνατοτήτων που φυλάς μέσα σου (για ποιόν άραγε;), αυτά που σε κάνουν να γελάς και αυτά που σε κάνουν να θες να σπάσεις ό,τι γυαλικό υπάρχει σε εκατομμύρια μικρά κομματάκια, το γεγονός πως είσαι ο χειρότερος εχθρός και ο καλύτερος φίλος σου και οι δύο πλευρές είναι πάντα σε πόλεμο, την Αχίλλειο πτέρνα σου και όλα αυτά τα όρια που δε μπορείς ποτέ να ξεπεράσεις.

Αν διαβάζεις αυτό το κείμενο στα φευγάτα χρόνια της εφηβείας σου ή στα πρώτα σου βήματα στην ενήλικη ζωή, πιθανότατα θα νομίζεις πως εσύ ξέρεις τον εαυτό σου απόλυτα.

Αλλά κάνεις λάθος. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Dear sis

11 08 2014

Άργησα φέτος να σου γράψω.

Όχι γιατί δεν ήξερα τι θέλω να σου πω ή γιατί δεν είχα κάτι να σου γράψω, αλλά life got in the way.

Ξέρω πως θα με συγχωρήσεις. Πάντα είχες έναν μαγικό τρόπο να παραβλέπεις τις ηλιθιότητές μου.

12 χρόνια, λοιπόν.

Ξεχνάω πολλές λεπτομέριες σε πολλά πράγματα – και ξέρεις πως δεν ήμουν και ποτέ ιδιαίτερα παρατηρητικός, αυτή ήσουν εσύ – αλλά θυμάμαι σα να ήταν χθες την ημέρα της κηδείας σου.

Η ημέρα του θανάτου σου και της κηδείας σου φέτος πέρασαν ήρεμα.

Χωρίς ξεσπάσματα, χωρίς τσακωμούς, χωρίς κλάματα, χωρίς πολλά πολλά.

Έκανα τον κλόουν για ακόμα μια φορά στη μαμά και τον μπαμπά μας. Τους είπα ιστορίες από την τωρινή μου ζωή και αστεία περιστατικά που δε συνέβησαν ποτέ για να τους κάνω να ξεχάσουν.

Η εικόνα σου στο μυαλό μου να μου ψιθυρίζει συνωμοτικά «είμαι καλά, μην το πεις στη μαμά, θα ανησυχήσει» όταν τα πρώτα σημάδια της επιστροφής της αρρώστιας σου έκαναν την επανεμφάνισή τους, ήταν κολλημένη στο repeat.

«Μην το πεις, μην το πεις».

Έκανα το καλύτερο που μπορούσα αλλά μερικές φορές, το καλύτερο που μπορείς δεν είναι αρκετό.

Δε μπορούσα να μη σε αναφέρω καν. Είσαι πάντα εδώ, άλλωστε.

Αλλά είναι καλά, μικρή μου. Είναι και οι δύο τους καλά και έμαθαν να ζουν με την πραγματικότητα της απουσίας σου.

Εγώ;

Εγώ δούλεψα σαν το σκυλί, από την ώρα που ξύπνησα μέχρι τα βαριά μεσάνυχτα για να μη σε σκέφτομαι. Για να μη σκέφτομαι όλα αυτά «αν ήταν εδώ…» που χτύπαγαν με ρόπαλα τα τείχη του μυαλού μου. Δεν έφαγα σχεδόν τίποτα γιατί τίποτα δεν κατέβαινε, σχεδόν ξέχασα να πιω νερό γιατί δεν ήθελα να σταματήσω τη δουλειά.

Δεν είναι δίκαιο, ρε συ. Δεν είναι δίκαιο.

Όλο αυτό που μας συνέβη – που ΣΟΥ συνέβη – απλά δεν είναι δίκαιο. Θα ήσουν στα 20 σου τώρα και θα έκανες τον κόσμο – τον κόσμο μου – ένα καλύτερο μέρος αν ήσουν εδώ.

Είναι δύσκολο για εμένα να ελπίζω πως θα σε ξαναδώ. Και αυτό είναι που πονάει περισσότερο, για να σου πω την απόλυτη αλήθεια. Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι, να λειτουργώ με βάση το «πίστευε και μη ερεύνα» και όχι το «πίστευε και μη, ερεύνα». Αλλά αυτή είναι η κατάρα του ρεαλιστή: ότι μερικές φορές απλά δεν μπορείς να πιστέψεις.

Αλλά θέλω να πιστέψω.

Θέλω να πιστέψω πως υπάρχει ένας άλλος κόσμος κάπου εκεί έξω για εσένα και για εμένα. Ένας καλύτερος κόσμος.

Και πως μια μέρα θα είμαστε και πάλι μαζί, να μοιραστούμε τα νέα μας, να γελάσουμε με τις μαλακίες μας και τις μαλακίες του κόσμου, να με βρίσεις που προσέχω περισσότερο απ’όσο πρέπει και να σε βρίσω που δεν προσέχεις όσο πρέπει.

12 χρόνια έχουν περάσει και μου λείπεις όπως την πρώτη ημέρα. Και όταν σε βάλω στο μυαλό μου, ο πόνος γίνεται σωματικός. Ξεκινάει με ένα σφίξιμο στην καρδιά, έναν κόμπο στο λαιμό και ένα σύννεφο πίσω από τα μάτια. Και έπειτα το υπόλοιπο σώμα μπαίνει στο χορό.

Προσπαθώ να μη σε σκέφτομαι και συνεχώς αποτυγχάνω φριχτά.

Πάντα αυτή η απέραντη θάλασσα θλίψης και χαμένων ευκαιριών…

Κάθομαι στο γραφείο μου και σου γράφω ένα γράμμα καταδικασμένο να έχει την ίδια κατάληξη με ένα μήνυμα σε μπουκάλι πεταμένο στη θάλασσα και μονάχα την ελπίδα ενός τρελού ότι μπορεί κάπως να σε φτάσει.

Αλλά αν ο τρελός επιβεβαιωθεί και το γράμμα μου σε βρει, θέλω να ξέρεις πως σ’αγαπάω ακριβώς όσο σε αγαπούσα πάντα. Πως μου λείπεις κάθε μέρα. Πως δεν υπάρχει λεπτό που να μην έδινα με απέραντη χαρά τη δική μου ζωή για να επιστρέψεις πίσω. Πως είμαι περήφανος που είσαι η αδερφή μου. Και πως έχεις αγαπηθεί – από ένα τσούρμο ανθρώπων που πέρασαν από τη βιαστική ζωή σου αλλά και από εμένα.

Δεν είναι πολλά, αλλά είναι αυτά που μπορώ να σου προσφέρω.

Τα οποία, δυστυχώς, όπως και όταν ήσουν εδώ δεν είναι ποτέ αρκετά.

Για πάντα δικός σου,

Nam3l3ss

—————————————————————————————





Το Κεντρί

25 07 2014

Υπάρχουν χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια, πράγματα που σε τσιμπάνε καθημερινά σα μέλισσα τον Αύγουστο, όταν έχεις χάσει την αδερφή σου.

Υπάρχουν τα μεγάλα: το μέλλον σας που είναι πλέον κάτι ανάμεσα σε ερήπια και επιστημονική φαντασία, τα όνειρα που κάνατε μαζί και αυτό το αναπόφευκτο αίσθημα μοναξιάς που σε σκεπάζει σαν κύμα ώρες-ώρες. Ότι δεν έχεις τον άνθρωπό σου πια κοντά.

Και υπάρχουν και τα μικρά: οι εικόνες και οι μυρωδιές που σου θυμίζουν μια άλλη εποχή, οι μικρές καθημερινές υπενθυμίσεις μέσα από παρόμοια περιστατικά και τυχαία νέα που μαθαίνεις καθώς κινείσαι μέσα στον κόσμο που συνεχίζει να υπάρχει απαράλλακτος.

Και έπειτα υπάρχουν και τα απρόβλεπτα… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Τελικά, είχες δίκιο…

11 04 2014

Ένα από τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή είναι ότι έχεις πάντα την ευκαιρία να παραδεχτείς πως έκανες λάθος.

Ακόμα και αν αυτή η παραδοχή δεν οδηγεί πουθενά, λειτουργεί πάντα ως μια πρώτης τάξεως κάθαρση το να λες δυνατά (ή να γράφεις κάπου, as the case may be) ότι έκανες μαλακία.

Και εγώ τότε έκανα μαλακία.

Απευθύνομαι σε εσένα που μπαίνεις ακόμα εδώ μέσα πού και πού (το ξέρω ότι μπαίνεις) και σου λέω ανοιχτά πως έκανα μαλακία.

Εσύ, βέβαια, το ήξερες αυτό από τότε αλλά εγώ εδώ και λίγο καιρό νιώθω πως χρωστάω να στο πω.

Ήσουν too much και εγώ ήμουν σε άλλη φάση. Δεν έχει σημασία πως περάσαν χρόνια από τότε. Οι μαλακίες που κάνουμε δεν ξεφτίζουν με τον καιρό όπως τα χρώματα από τις παλιές φωτογραφίες. Παραμένουν το ίδιο μεγάλες ή μικρές για πάντα, ακόμα και αν τα χρόνια περάσουν. Έχουν μια περίεργη αφθαρσία.

Δεν ξέρω αν τώρα είμαι στη σωστή φάση ή αν ο χρόνος δίνει άλλη διάσταση στα πράγματα και τις ιστορίες που δεν ειπώθηκαν όπως έπρεπε να είχαν ειπωθεί, αλλά ξέρω πια πως έκανα λάθος κινήσεις.

Αν περιμένεις να σου πω «στείλε μου αν θέλεις ένα μήνυμα», δε θα στο πω. Ούτε και εγώ θα σου στείλω. Δεν έχει πια νόημα, άλλωστε. Το χθες είναι χθες και έχουμε και οι δύο προχωρήσει στις ζωές μας τόσο που δεν ξέρω αν θα υπήρχε και τίποτα να μας δένει πια όπως τότε.

Θα σου ευχηθώ να είσαι ευτυχισμένη εκεί που είσαι. Να έχεις γύρω σου ανθρώπους που να σ’αγαπούν.

Όπως και να’χει όμως, η universal truth μου για την ημέρα είναι πως στο συγκεκριμένο θέμα που είχε να κάνει με εμάς τους δύο, εσύ είχες δίκιο και εγώ είχα άδικο.

Έπρεπε να είχα(με) προσπαθήσει.

Να περνάς όμορφα.

Nam3l3ss

—————————————–





Αινίγματα

6 08 2013

Γιατί φοβούνται οι άνθρωποι τόσο πολύ τη μοναξιά;

Δεν το καταλαβαίνω. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Νυχτερινό

13 12 2012

Και είναι και αυτό που ερωτεύεσαι πάντα το λάθος άνθρωπο.

Και που και αυτή δε φταίει. Φταις κυρίως εσύ που πιο πολύ ήλπιζες παρά πίστευες αλλά το έκανες γαργάρα και περίμενες να δεις.

Και είναι και αυτό που βαρέθηκες να «περιμένεις να δεις». Που εύχεσαι για μια φορά τα πράγματα να ήταν σκατά από την αρχή ή γαμάτα ως το τέλος.

Και έπειτα στις γνωστές σου οικείες θέσεις, να γράφεις και να γεμίζεις τα τασάκια με αποτσίγαρα – και τα δύο συνήθειες ανθυγιεινές, πιο πολύ γιατί δεν ξέρεις τι να κάνεις τα χέρια σου.

Και να κόβεις βόλτες σαν το φάντασμα 3 τα χαράματα στο σπίτι, από το ένα ντουβάρι στο άλλο – να θυμώνεις στο ένα, να ξαναερωτεύεσαι μέχρι να φτάσεις στο άλλο.

Και να αναρωτιέσαι τι να κάνει τώρα.

Να μη θέλεις να πάρεις τηλέφωνο. «Γάμα τη, ρε. Σπασμένα γυαλιά θα κολλάς; Πάμε γι’ άλλα».

Και να μη θες να πας «γι’άλλα». Να βαρέθηκες να πηγαίνεις «γι’άλλα». Να αναρωτιέσαι αν φταις τελικά εσύ που συνεχώς πας «γι’άλλα». Και να τρέμεις ν’ανοίξεις το κουτάκι αυτό γιατί είναι χειρότερο κι απ’ της Πανδώρας.

Και ίσως, τελικά, το χειρότερο να είναι που αρχίζεις να αναρωτιέσαι μήπως τελικά είσαι εσύ ο λάθος άνθρωπος.

Παράνοια.