The Machine

27 01 2016

Υπήρχε ένα Μηχάνημα, στο δεύτερο σκαλί, στη σκάλα που οδηγούσε από το πατρικό μου στην ταράτσα.

Θυμάμαι (ή έχω την αίσθηση πως θυμάμαι) ότι το είχε φέρει ο πατέρας μου, αν και στην κατάσταση που ήμασταν όλοι τότε θα μπορούσε να είχε εμφανιστεί ex nihilo και κανείς μας δε θα είχε την ψυχική δύναμη να αναρωτηθεί πώς στο διάλο έγινε αυτό.

Ήταν μέσα σε μια λευκή σακούλα, ποτισμένη φαρμακίλα. Δε θυμάμαι ακριβώς τη μυρωδιά, θυμάμαι τον τρόπο που με έκανε να αισθάνομαι η μυρωδιά: αναγούλα, αηδία και αποστροφή.

Το Μηχάνημα είχε ένα μικρό φυλλάδιο οδηγιών.

Δε θυμάμαι τι έκανε ακριβώς το Μηχάνημα. Κάτι με την αναπνοή σου. Θα βοηθούσε να συνεχίσεις να αναπνέεις, μέχρι να μην υπήρχε κανένα μηχάνημα στον κόσμο να σε βοηθούσε να αναπνέεις.

Κάτι για το λαιμό σου θυμάμαι. Είχε κάτι να κάνει με καθάρισμα.

Και έκανε έναν φριχτό ήχο όταν στο έβαζαν στο νοσοκομείο. Απαίσιο. Αηδιαστικό ήχο. Στο μυαλό μου τον έχω αποθηκεύσει κάπου ανάμεσα στον ήχο που κάνουν οι τουαλέτες που ρουφάνε μέσα το νερό και ο σκουπιδοφάγος.

Το αποφεύγαμε όλοι μας αυτό το Μηχάνημα. Πηγαίναμε από την άλλη πλευρά της σκάλας για να διατηρήσουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε εμάς και Αυτό.

Υποκρινόμασταν ότι διαβάζαμε τις οδηγίες του και λέγαμε ο ένας στον άλλο «έλα, μάθε πώς δουλεύει, θα το χρειαστούμε όταν γυρίσει σπίτι είπαν οι γιατροί» και κανένας μας δε γύρισε να πει «δε θα γυρίσει σπίτι ποτέ, σπαταλάς το χρόνο σου».

Και θα είχε δίκιο, τελικά, όποιος το έλεγε.

Γιατί δε γύρισες ποτέ ξανά σπίτι.

Ποτέ δεν το χρησιμοποίησες το Μηχάνημα κι όμως Εκείνο έμεινε στο σπίτι σου και μετά από εσένα.

Το θυμάμαι στις σκάλες την ώρα που ανέβαζαν τη μάνα μας υποβασταζόμενη. Την ώρα που εγώ ρώταγα «τι έγινε;» όχι γιατί δεν ήξερα, αλλά γιατί είχα ανάγκη να ακούσω τις λέξεις.

Ήταν εκεί το πρωί της κηδείας σου. Θυμάμαι τη βρώμα της λευκής σακούλας να κατακλύζει τη σκάλα.

Και έπειτα, δεν ήταν πια εκεί. Και εγώ δε ρώτησα ποτέ τι απέγινε.

Για κάποιο λόγο θεώρησα (ή έπεισα τον εαυτό μου, δεν ξέρω) ότι το Μηχάνημα χαρίστηκε σε κάποιον που μπορεί όντως να είχε λίγο χρόνο ακόμα για να το χρησιμοποιήσει.

Γιατί εσύ δε γύρισες ποτέ ξανά σπίτι και το Μηχάνημα, με τον φριχτό ήχο του και το ηλίθιο φυλλάδιο οδηγιών του, δε σε βοήθησε να αναπνεύσεις για λίγο καιρό ακόμα.

Δε σου θυμώνω που δε γύρισες. Ήταν ανεκτό. Διαχειρίσιμο σχεδόν. Με ηρεμιστικά για τους γονείς μας και ατέλειωτες ώρες γραψίματος για εμένα.

Ίσως να’ταν και καλύτερα που δε γύρισες. Παρόλες τις μαύρες στιγμές που ζήσαμε στους τέσσερις τοίχους του, ήταν πάντα ένα μέρος ασφαλές για εσένα. Δεν υπήρχαν Μηχανήματα. Δεν υπήρχε φόβος.

Δε θα το δεχόμουν τότε – τότε που 1 ακόμα μέρα μαζί σου θα ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο – αλλά σήμερα μπορώ να καταλάβω πόσο εγωιστικό ακούγεται αυτό. Πονάει. Θα’θελα να μπορούσα να το ευχηθώ, αλλά όχι εις βάρος σου. Όχι πια.

Μέσα σ’όλα, είχαμε αρχίσει να μαθαίνουμε στην απουσία σου ενώ ήσουν ακόμα παρούσα. Εκπαιδεύαμε τους εαυτούς μας. Δε νομίζω ότι βοήθησε αλλά μπορεί και να βοήθησε και να μην το κατάλαβα. Είναι απίστευτο πόσο προσπαθεί να σε προστατεύσει το μυαλό σου από το ναυάγιο που έρχεται.

Απόψε ήρθε στο μυαλό μου το Μηχάνημα, ενώ κανένα ερέθισμα της ημέρας δε θα μπορούσε λογικά να οδηγησει σε αυτό. Μπορεί ο ιππόκαμπός μου να έχει αρχίσει να τα παίζει. Και αποφάσισα να ξορκίσω αυτό το δαίμονα με συνοπτικές διαδικασίες.

Γιατί κάποια Μηχανήματα, όταν αυτό είναι δυνατό, καλύτερα να μένουν για πάντα σβηστά.

Advertisements




Dear sis

11 08 2014

Άργησα φέτος να σου γράψω.

Όχι γιατί δεν ήξερα τι θέλω να σου πω ή γιατί δεν είχα κάτι να σου γράψω, αλλά life got in the way.

Ξέρω πως θα με συγχωρήσεις. Πάντα είχες έναν μαγικό τρόπο να παραβλέπεις τις ηλιθιότητές μου.

12 χρόνια, λοιπόν.

Ξεχνάω πολλές λεπτομέριες σε πολλά πράγματα – και ξέρεις πως δεν ήμουν και ποτέ ιδιαίτερα παρατηρητικός, αυτή ήσουν εσύ – αλλά θυμάμαι σα να ήταν χθες την ημέρα της κηδείας σου.

Η ημέρα του θανάτου σου και της κηδείας σου φέτος πέρασαν ήρεμα.

Χωρίς ξεσπάσματα, χωρίς τσακωμούς, χωρίς κλάματα, χωρίς πολλά πολλά.

Έκανα τον κλόουν για ακόμα μια φορά στη μαμά και τον μπαμπά μας. Τους είπα ιστορίες από την τωρινή μου ζωή και αστεία περιστατικά που δε συνέβησαν ποτέ για να τους κάνω να ξεχάσουν.

Η εικόνα σου στο μυαλό μου να μου ψιθυρίζει συνωμοτικά «είμαι καλά, μην το πεις στη μαμά, θα ανησυχήσει» όταν τα πρώτα σημάδια της επιστροφής της αρρώστιας σου έκαναν την επανεμφάνισή τους, ήταν κολλημένη στο repeat.

«Μην το πεις, μην το πεις».

Έκανα το καλύτερο που μπορούσα αλλά μερικές φορές, το καλύτερο που μπορείς δεν είναι αρκετό.

Δε μπορούσα να μη σε αναφέρω καν. Είσαι πάντα εδώ, άλλωστε.

Αλλά είναι καλά, μικρή μου. Είναι και οι δύο τους καλά και έμαθαν να ζουν με την πραγματικότητα της απουσίας σου.

Εγώ;

Εγώ δούλεψα σαν το σκυλί, από την ώρα που ξύπνησα μέχρι τα βαριά μεσάνυχτα για να μη σε σκέφτομαι. Για να μη σκέφτομαι όλα αυτά «αν ήταν εδώ…» που χτύπαγαν με ρόπαλα τα τείχη του μυαλού μου. Δεν έφαγα σχεδόν τίποτα γιατί τίποτα δεν κατέβαινε, σχεδόν ξέχασα να πιω νερό γιατί δεν ήθελα να σταματήσω τη δουλειά.

Δεν είναι δίκαιο, ρε συ. Δεν είναι δίκαιο.

Όλο αυτό που μας συνέβη – που ΣΟΥ συνέβη – απλά δεν είναι δίκαιο. Θα ήσουν στα 20 σου τώρα και θα έκανες τον κόσμο – τον κόσμο μου – ένα καλύτερο μέρος αν ήσουν εδώ.

Είναι δύσκολο για εμένα να ελπίζω πως θα σε ξαναδώ. Και αυτό είναι που πονάει περισσότερο, για να σου πω την απόλυτη αλήθεια. Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι, να λειτουργώ με βάση το «πίστευε και μη ερεύνα» και όχι το «πίστευε και μη, ερεύνα». Αλλά αυτή είναι η κατάρα του ρεαλιστή: ότι μερικές φορές απλά δεν μπορείς να πιστέψεις.

Αλλά θέλω να πιστέψω.

Θέλω να πιστέψω πως υπάρχει ένας άλλος κόσμος κάπου εκεί έξω για εσένα και για εμένα. Ένας καλύτερος κόσμος.

Και πως μια μέρα θα είμαστε και πάλι μαζί, να μοιραστούμε τα νέα μας, να γελάσουμε με τις μαλακίες μας και τις μαλακίες του κόσμου, να με βρίσεις που προσέχω περισσότερο απ’όσο πρέπει και να σε βρίσω που δεν προσέχεις όσο πρέπει.

12 χρόνια έχουν περάσει και μου λείπεις όπως την πρώτη ημέρα. Και όταν σε βάλω στο μυαλό μου, ο πόνος γίνεται σωματικός. Ξεκινάει με ένα σφίξιμο στην καρδιά, έναν κόμπο στο λαιμό και ένα σύννεφο πίσω από τα μάτια. Και έπειτα το υπόλοιπο σώμα μπαίνει στο χορό.

Προσπαθώ να μη σε σκέφτομαι και συνεχώς αποτυγχάνω φριχτά.

Πάντα αυτή η απέραντη θάλασσα θλίψης και χαμένων ευκαιριών…

Κάθομαι στο γραφείο μου και σου γράφω ένα γράμμα καταδικασμένο να έχει την ίδια κατάληξη με ένα μήνυμα σε μπουκάλι πεταμένο στη θάλασσα και μονάχα την ελπίδα ενός τρελού ότι μπορεί κάπως να σε φτάσει.

Αλλά αν ο τρελός επιβεβαιωθεί και το γράμμα μου σε βρει, θέλω να ξέρεις πως σ’αγαπάω ακριβώς όσο σε αγαπούσα πάντα. Πως μου λείπεις κάθε μέρα. Πως δεν υπάρχει λεπτό που να μην έδινα με απέραντη χαρά τη δική μου ζωή για να επιστρέψεις πίσω. Πως είμαι περήφανος που είσαι η αδερφή μου. Και πως έχεις αγαπηθεί – από ένα τσούρμο ανθρώπων που πέρασαν από τη βιαστική ζωή σου αλλά και από εμένα.

Δεν είναι πολλά, αλλά είναι αυτά που μπορώ να σου προσφέρω.

Τα οποία, δυστυχώς, όπως και όταν ήσουν εδώ δεν είναι ποτέ αρκετά.

Για πάντα δικός σου,

Nam3l3ss

—————————————————————————————





Το Κεντρί

25 07 2014

Υπάρχουν χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια, πράγματα που σε τσιμπάνε καθημερινά σα μέλισσα τον Αύγουστο, όταν έχεις χάσει την αδερφή σου.

Υπάρχουν τα μεγάλα: το μέλλον σας που είναι πλέον κάτι ανάμεσα σε ερήπια και επιστημονική φαντασία, τα όνειρα που κάνατε μαζί και αυτό το αναπόφευκτο αίσθημα μοναξιάς που σε σκεπάζει σαν κύμα ώρες-ώρες. Ότι δεν έχεις τον άνθρωπό σου πια κοντά.

Και υπάρχουν και τα μικρά: οι εικόνες και οι μυρωδιές που σου θυμίζουν μια άλλη εποχή, οι μικρές καθημερινές υπενθυμίσεις μέσα από παρόμοια περιστατικά και τυχαία νέα που μαθαίνεις καθώς κινείσαι μέσα στον κόσμο που συνεχίζει να υπάρχει απαράλλακτος.

Και έπειτα υπάρχουν και τα απρόβλεπτα… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Aυτοακρωτηριασμοί

26 05 2014

Ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνεις στην ψυχολογία είναι πως πρέπει να είσαι έτοιμος να κοιτάξεις τα προβλήματά σου κατάματα πριν αποπειραθείς να τα διορθώσεις.

Όλοι έχουμε τους δαίμονές μας.

Και μερικές φορές, φοβόμαστε πως αυτό είναι όλο και όλο που έχουμε. Ή πως, αν προσπαθήσουμε να τους εξορκίσουμε, θα χάσουμε μαζί και τους φύλακες άγγελούς μας. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Αινίγματα

6 08 2013

Γιατί φοβούνται οι άνθρωποι τόσο πολύ τη μοναξιά;

Δεν το καταλαβαίνω. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Η ζωή σου ΔΕΝ είναι σκατά

7 06 2013

0

Φορτώνω, όπως κάθε άνθρωπος.

Με δεκάδες πράγματα στους άλλους και χιλιάδες στον ίδιο μου τον εαυτό, τα παίρνω άσχημα.

Αλλά αν υπάρχει κάτι που να εγγυάται ότι θα μου ανάψουν τα λαμπάκι στιγμιαία, τότε αυτό είναι η φράση:

«Είναι σκατά η ζωή μου…»

…ΟΤΑΝ. ΔΕΝ. ΕΙΝΑΙ. ΣΚΑΤΑ. Η. ΓΑΜΩΖΩΗ. ΣΟΥ. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Ημερολόγιο Ρατσισμού, Ημέρα 1η: «Μην υποφέρεις μεσ’ τα μούτρα μου»

17 03 2013

«Racism isn’t born, folks, it’s taught. I have a two-year-old son.

You know what he hates? Naps! End of list.»

  – Dennis Leary

Πριν λίγο καιρό ένας φίλος μου είχε στείλει ένα κείμενο με τη σημείωση «να γιατί τίποτα δε θα φτιάξει».

Ήταν τόσο για φτύσιμο που δεν ήθελα να το κρατήσω ούτε για το αρχείο μου. Το έψαξα όμως και -με δυσκολία, ομολογουμένως – το βρήκα.

[Και, παρεμπιπτόντως, αγαπητά sites…το να κατεβάζετε παλιές σας αναρτήσεις δε λέει και πολύ. Το internet δεν ξεχνά…]

Το κείμενο είναι γραμμένο (που λέει ο λόγος…) από μια δημοσιογράφο η οποία εργάζεται (εργαζόταν; ) σε μια διαδικτυακή εφημερίδα της Ρόδου.

Απολαύστε το: Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »