Curtain Call

1 01 2015

 

index

Οφείλω να παραδεχτώ κάτι πριν ξεκινήσω αυτό μου το post.

Ποτέ δεν ήμουνα καλός στους αποχωρισμούς

Πάντα μου έβγαιναν πιο αδιάφοροι ή πιο συναισθηματικοί απ’ ότι πραγματικά ήθελα. Οι αποχαιρετισμοί είναι σα να διοργανώνεις surprise party στον κολλητό σου. Ποτέ δεν ξέρεις αν θα δακρύσει από τη συγκίνηση ή θα αδιαφορήσει πλήρως.

Απ’την άλλη fuck it…who cares?

Αυτός είναι ο δικός μου αποχαιρετισμός στα όπλα και δε δίνω μία…

The Story of Everything is rolling down its curtains… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements




The Ages of Life

21 11 2014

Όταν σκέφτομαι τη ζωή – τη δική μου, τη δική σου και κάθε άλλου ενδιάμεσα – μου αρέσει να την τοποθετώ σε μια νοητή ευθεία όπως αυτή των περιόδων της ιστορίας. Γιατί, εδώ που τα λέμε, μπορεί να μιλάμε για την πορεία μίας μονάχα ζωής αλλά τι είναι οι ιστορικές περίοδοι αν όχι ένας ωκεανός ανθρώπινων ζωών; Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Ο Θάνατος Είναι Μια Βρώμικη Υπόθεση

10 10 2014

Πήγα σε μια κηδεία τις προάλλες.

Για κάποιο λόγοι οι (ηλικιωμένοι ευτυχώς) συγγενείς μου, επιλέγουν να την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια για τόπους αναψύξεως με το που σκάει μύτη το φθινόπωρο. Είχα να πάω από πέρσι σε κηδεία.

Δυστυχώς, εκείνη που χάθηκε ήταν μια θεία που αγαπούσα από παιδί. Ευτυχώς, ήταν μια γυναίκα 90φεύγα χρονών που έζησε μια ζωή γεμάτη, την έζησε με πάθος και όπως ακριβώς τη γούσταρε. Είδε παιδιά, εγγόνια και τα τελευταία χρόνια πρόλαβε να ακούσει και τα δισέγγονά της να τη λένε «πρό-γιαγιά».

Θυμάμαι ότι της έκανα πλάκα όταν γεννήθηκε το πρώτο δισέγγονό της, ότι με τόσα χρόνια εμπειρίας στον τομέα γιαγιά, δεν την έλεγαν προ-γιαγιά αλλά «pro» γιαγιά. Και γέλαγε. Με εκείνη τη βαθιά μπάσα φωνή της που θα ήταν τέλεια για διαφήμιση τσιγάρων Santé.

Η κηδεία της ήταν απλή και σεμνή και η κόρη της λυπημένη αλλά συνειδητοποιημένη.

Σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια της ακολουθίας πως για όλους όσους βοήθησε, αγάπησε και έζησε μαζί της όλα αυτά τα χρόνια της ζωής της, ο κόσμος στην κηδεία ήταν πολύ λίγος. Αλλά μετά συνειδητοποίησα πως οι περισσότεροι από αυτούς που άνηκαν σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες είχαν ήδη πεθάνει πριν από εκείνη. Και, με κάποιον τρόπο, αυτό με έκανε να γελάσω μέσα μου και να συνειδητοποιήσω πως δεν ήμουν παρών στο θρήνο για το χαμό μιας αγαπημένης θείας, αλλά στην γιορτή για το μέγεθος και την ποιότητα της ζωής της.

Ήταν πλήρης ημερών, αλλά πάνω απ’όλα, ήταν πλήρης εμπειριών.

Κάτι όμως μου έκανε εντύπωση στην κηδεία.

Η αποστείρωση.

Και θυμήθηκα αμέσως μια σκηνή από το Six Feet Under – που αν ΕΣΥ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές δεν το έχεις δει, τρέχα στο «θείο» να το κατεβάσεις ASAP, γιατί δεν είναι σειρά αλλά εμπειρία ζωής.

Δες παρακάτω για να καταλάβεις τι εννοώ:

(Δεν έχει spoilers. Είναι από το πρώτο επεισόδιο και το θάνατο αυτόν τον ξέρεις και διαβάζοντας το summary της σειράς γιατί είναι ο καταλύτης της)

Όχι, δεν υπήρχε αλατιέρα στην κηδεία της θείας μου.

Αλλά υπήρχαν γαντάκια.

Πλαστικά γαντάκια χειρουργείου.

Καταλαβαίνω το θάνατο. Πιστέψτε με, έχασα μια αδερφή στα 9 της χρόνια – τον νιώθω στα κόκαλά μου το θάνατο.

Κατανοώ την ανάγκη των ανθρώπων να τον… εξωραΐσουν. Να τον κάνουν πιο… καθωσπρέπει (for lack of a better word).

Αλλά o Nate παραπάνω έχει δίκιο: αυτό είναι και το μέγιστο λάθος μας.

Ο θάνατος δεν είναι αποστειρωμένα γαντάκια χειρουργείου.

Ο θάνατος είναι μια βρώμικη υπόθεση.

Μια messy (δεν υπάρχει καλή απόδοση στα ελληνικά) κατάσταση, μια αναταραχή στον κόσμο εντός και εκτός σου.

Δεν επιδέχεται πολιτισμικού εκμοντερνισμού για τον απλούστατο λόγω πως είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα που έχουν παραμείνει ως έχουν από την αρχαιότητα έως και σήμερα: πονάει ο πούστης.

Δεν έχει σημασία αν είσαι ο Λόρδος Βύρωνας ή το απόλυτο βλαχαδερό. Όταν χάνεις τον άνθρωπό σου πονάς πάντα με τον ίδιο αρχέγονο πόνο που πονούσε και ο προ-προ-προ-προ-προ-προ-προ πάππους σου και ο δικός του αντίστοιχα.

Και όταν πονάς, πρέπει ο πόνος να ξεσπά κάπως. Ειδάλλως συσσωρεύεται σα δηλητηριώδες νεφέλωμα στο μπουκάλι. Και κάποια στιγμή θα σκάσει – δεν τίθεται θέμα αν θα σκάσει ή όχι, είναι μονάχα θέμα χρόνο το πότε θα γίνει.

Δε φόρεσα, λοιπόν, γαντάκι.

Όχι γιατί είμαι εξυπνότερος από τους άλλους. Όχι γιατί εγώ καταλαβαίνω τον πόνο καλύτερα. Όχι γιατί εγώ πόνεσα περισσότερο.

Αλλά γιατί έτσι είναι ο θάνατος. Βρώμικος.

Άσε τα γαντάκια στην άκρη για μια στιγμή και, αν νιώθεις να το κάνεις, πιάσε το χώμα με τα χέρια σου. Αν δε νιώθεις, it’s all good και πάλι: κανένας νεκρός δε γύρισε να σου πει «γιατί δε μου ‘ριξες χώμα στην κηδεία μου;». Αλλά αν το νιώθεις πραγματικά, γάμα τα τα γαντάκια.

Ναι, αυτό το χώμα πριν σκέπαζε κάποιον άλλο νεκρό και τώρα θα σκεπάζει το δικό σου και κάποια μέρα κάποιον άλλο.

Είναι εντάξει, δε θα κολλήσεις θάνατο.

Τίμησε έτσι τον άνθρωπο που αγάπησες.

Χωρίς αποστείρωση και betadine αποχεραιτισμούς. Χωρίς καθωσπρεπισμούς.

Από το θάνατο δε γλίτωσε κανείς. Ούτε εγώ ούτε και εσύ θα γλιτώσουμε.

Είναι μια απαίσια κατάσταση για αυτούς που μένουν πίσω και ένας οξύς πόνος στην καρδιά που αμβλύνεται λίγο γνωρίζοντας πως ο άνθρωπος που μόλις αποχαιρέτισες έζησε τη ζωή του στο full – ΑΝ το πρόλαβε αυτό.

Αλλά όταν επιλέγεις να πεις αντίο, λέγε αντιο με το στόμα ανοιχτό.

Όχι με ψιθύρους.

————————————————————-

Γεία σου, ρε θεία.





Κασσάνδρες

2 09 2014

Ξεκινάει σα θυμός και καταλήγει σαν ανείπωτο παράπονο.

Γιατί να είσαι πάντα στη μέση του δίκαιου και του άδικου;

Γιατί να μην είχες γεννηθεί ή γαλουχηθεί διαφορετικά;

Γιατί να μην ήσουν πιο ακραίος;;

Να έγραφες όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου στ’ αρχίδια σου, μόνιμα σε μία ημιναρκωμένη κατάσταση ύπνου και ξύπνιου ή, στην άλλη άκρη, να σε ένοιαζε τόσο πολύ ο εαυτούλης σου που να επιβίωνες με κάθε τρόπο ό,τι αντίκτυπο και αν είχε αυτό στους γύρω σου;

Η ζωή είναι παιχνίδι και εσύ στην καλύτερη βρίσκεται εκτός των εξελίξεων, να παρατηρείς όσα συμβαίνουν για εσένα χωρίς εσένα. Να δέχεσαι αψήφιστα τις ομαδικές ανταμοιβές ή τιμωρίες σαν να είναι προσωπικά σου κατορθώματα ή παραπτώματα.

Ο κόσμος, τελικά, δε φτιάχτηκε για μετριοπαθείς και εσύ προσπαθείς να κρατήσεις την ισορροπία στην αόρατη ζυγαριά του «πρέπει» και του «εγώ» με απόλυτη αποτυχία.

Γιατί να μην είμαι διαφορετικός;

Γιατί να μην μπορώ να αδιαφορώ πλήρως για το τι είναι δίκαιο; Γιατί να μην είμαι ένας ξέγνοιαστος μοιρολάτρης που δε σκέφτεται το μέλλον πέρα από την ώρα που δείχνει αυτή τη στιγμή το ρολόι;

Και γιατί , ω γιατί, να πρέπει να καταλήγω πάντα στο ίδιο παγκάκι με την Κασσάνδρα;

Να βλέπω το Δούρειο Ίππο, να προβλέπω το κακό που έρχεται και να μη με ακούει κανείς μέχρι η Τροία να έχει πια πέσει.





(You Don’t Really) Know Thyself

19 08 2014

Είναι πολλά αυτά που μαθαίνεις για τον εαυτό σου μεγαλώνοντας.

Τις παραξενιές που δε λένε να ξεκολλήσουν από το πετσί σου, τον ωκεανό δυνατοτήτων που φυλάς μέσα σου (για ποιόν άραγε;), αυτά που σε κάνουν να γελάς και αυτά που σε κάνουν να θες να σπάσεις ό,τι γυαλικό υπάρχει σε εκατομμύρια μικρά κομματάκια, το γεγονός πως είσαι ο χειρότερος εχθρός και ο καλύτερος φίλος σου και οι δύο πλευρές είναι πάντα σε πόλεμο, την Αχίλλειο πτέρνα σου και όλα αυτά τα όρια που δε μπορείς ποτέ να ξεπεράσεις.

Αν διαβάζεις αυτό το κείμενο στα φευγάτα χρόνια της εφηβείας σου ή στα πρώτα σου βήματα στην ενήλικη ζωή, πιθανότατα θα νομίζεις πως εσύ ξέρεις τον εαυτό σου απόλυτα.

Αλλά κάνεις λάθος. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Dear sis

11 08 2014

Άργησα φέτος να σου γράψω.

Όχι γιατί δεν ήξερα τι θέλω να σου πω ή γιατί δεν είχα κάτι να σου γράψω, αλλά life got in the way.

Ξέρω πως θα με συγχωρήσεις. Πάντα είχες έναν μαγικό τρόπο να παραβλέπεις τις ηλιθιότητές μου.

12 χρόνια, λοιπόν.

Ξεχνάω πολλές λεπτομέριες σε πολλά πράγματα – και ξέρεις πως δεν ήμουν και ποτέ ιδιαίτερα παρατηρητικός, αυτή ήσουν εσύ – αλλά θυμάμαι σα να ήταν χθες την ημέρα της κηδείας σου.

Η ημέρα του θανάτου σου και της κηδείας σου φέτος πέρασαν ήρεμα.

Χωρίς ξεσπάσματα, χωρίς τσακωμούς, χωρίς κλάματα, χωρίς πολλά πολλά.

Έκανα τον κλόουν για ακόμα μια φορά στη μαμά και τον μπαμπά μας. Τους είπα ιστορίες από την τωρινή μου ζωή και αστεία περιστατικά που δε συνέβησαν ποτέ για να τους κάνω να ξεχάσουν.

Η εικόνα σου στο μυαλό μου να μου ψιθυρίζει συνωμοτικά «είμαι καλά, μην το πεις στη μαμά, θα ανησυχήσει» όταν τα πρώτα σημάδια της επιστροφής της αρρώστιας σου έκαναν την επανεμφάνισή τους, ήταν κολλημένη στο repeat.

«Μην το πεις, μην το πεις».

Έκανα το καλύτερο που μπορούσα αλλά μερικές φορές, το καλύτερο που μπορείς δεν είναι αρκετό.

Δε μπορούσα να μη σε αναφέρω καν. Είσαι πάντα εδώ, άλλωστε.

Αλλά είναι καλά, μικρή μου. Είναι και οι δύο τους καλά και έμαθαν να ζουν με την πραγματικότητα της απουσίας σου.

Εγώ;

Εγώ δούλεψα σαν το σκυλί, από την ώρα που ξύπνησα μέχρι τα βαριά μεσάνυχτα για να μη σε σκέφτομαι. Για να μη σκέφτομαι όλα αυτά «αν ήταν εδώ…» που χτύπαγαν με ρόπαλα τα τείχη του μυαλού μου. Δεν έφαγα σχεδόν τίποτα γιατί τίποτα δεν κατέβαινε, σχεδόν ξέχασα να πιω νερό γιατί δεν ήθελα να σταματήσω τη δουλειά.

Δεν είναι δίκαιο, ρε συ. Δεν είναι δίκαιο.

Όλο αυτό που μας συνέβη – που ΣΟΥ συνέβη – απλά δεν είναι δίκαιο. Θα ήσουν στα 20 σου τώρα και θα έκανες τον κόσμο – τον κόσμο μου – ένα καλύτερο μέρος αν ήσουν εδώ.

Είναι δύσκολο για εμένα να ελπίζω πως θα σε ξαναδώ. Και αυτό είναι που πονάει περισσότερο, για να σου πω την απόλυτη αλήθεια. Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι, να λειτουργώ με βάση το «πίστευε και μη ερεύνα» και όχι το «πίστευε και μη, ερεύνα». Αλλά αυτή είναι η κατάρα του ρεαλιστή: ότι μερικές φορές απλά δεν μπορείς να πιστέψεις.

Αλλά θέλω να πιστέψω.

Θέλω να πιστέψω πως υπάρχει ένας άλλος κόσμος κάπου εκεί έξω για εσένα και για εμένα. Ένας καλύτερος κόσμος.

Και πως μια μέρα θα είμαστε και πάλι μαζί, να μοιραστούμε τα νέα μας, να γελάσουμε με τις μαλακίες μας και τις μαλακίες του κόσμου, να με βρίσεις που προσέχω περισσότερο απ’όσο πρέπει και να σε βρίσω που δεν προσέχεις όσο πρέπει.

12 χρόνια έχουν περάσει και μου λείπεις όπως την πρώτη ημέρα. Και όταν σε βάλω στο μυαλό μου, ο πόνος γίνεται σωματικός. Ξεκινάει με ένα σφίξιμο στην καρδιά, έναν κόμπο στο λαιμό και ένα σύννεφο πίσω από τα μάτια. Και έπειτα το υπόλοιπο σώμα μπαίνει στο χορό.

Προσπαθώ να μη σε σκέφτομαι και συνεχώς αποτυγχάνω φριχτά.

Πάντα αυτή η απέραντη θάλασσα θλίψης και χαμένων ευκαιριών…

Κάθομαι στο γραφείο μου και σου γράφω ένα γράμμα καταδικασμένο να έχει την ίδια κατάληξη με ένα μήνυμα σε μπουκάλι πεταμένο στη θάλασσα και μονάχα την ελπίδα ενός τρελού ότι μπορεί κάπως να σε φτάσει.

Αλλά αν ο τρελός επιβεβαιωθεί και το γράμμα μου σε βρει, θέλω να ξέρεις πως σ’αγαπάω ακριβώς όσο σε αγαπούσα πάντα. Πως μου λείπεις κάθε μέρα. Πως δεν υπάρχει λεπτό που να μην έδινα με απέραντη χαρά τη δική μου ζωή για να επιστρέψεις πίσω. Πως είμαι περήφανος που είσαι η αδερφή μου. Και πως έχεις αγαπηθεί – από ένα τσούρμο ανθρώπων που πέρασαν από τη βιαστική ζωή σου αλλά και από εμένα.

Δεν είναι πολλά, αλλά είναι αυτά που μπορώ να σου προσφέρω.

Τα οποία, δυστυχώς, όπως και όταν ήσουν εδώ δεν είναι ποτέ αρκετά.

Για πάντα δικός σου,

Nam3l3ss

—————————————————————————————





Το Κεντρί

25 07 2014

Υπάρχουν χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια, πράγματα που σε τσιμπάνε καθημερινά σα μέλισσα τον Αύγουστο, όταν έχεις χάσει την αδερφή σου.

Υπάρχουν τα μεγάλα: το μέλλον σας που είναι πλέον κάτι ανάμεσα σε ερήπια και επιστημονική φαντασία, τα όνειρα που κάνατε μαζί και αυτό το αναπόφευκτο αίσθημα μοναξιάς που σε σκεπάζει σαν κύμα ώρες-ώρες. Ότι δεν έχεις τον άνθρωπό σου πια κοντά.

Και υπάρχουν και τα μικρά: οι εικόνες και οι μυρωδιές που σου θυμίζουν μια άλλη εποχή, οι μικρές καθημερινές υπενθυμίσεις μέσα από παρόμοια περιστατικά και τυχαία νέα που μαθαίνεις καθώς κινείσαι μέσα στον κόσμο που συνεχίζει να υπάρχει απαράλλακτος.

Και έπειτα υπάρχουν και τα απρόβλεπτα… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »