The Golden Glow

30 05 2014

16 χρόνια πριν η αδερφή μου διαγνώστηκε με καρκίνο, λίγους μήνες αφού έκλεισε τα 4.

Πριν προλάβει να κλείσει μία δεκαετία ζωής, έσβησε έναν αλλόκοτο Αύγουστο που σήμερα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια θολή ανάμνηση ενός υπόκωφου πόνου και μιας σειράς από «Τελευταία Φορά Που…».

Μερικές φορές προσπαθώ να θυμηθώ λεπτομέρειες από εκείνη την εποχή και δυσκολεύομαι. Δεν είναι ακριβώς ότι ο καιρός σβήνει με σφουγγάρι τις εικόνες. Θα το περιέγραφα σα να μουτζουρώνει από πάνω από αυτά που έχουν ήδη γραφτεί – αν κοιτάξεις καλά θα τα βρεις, απλά πολλές φορές δεν τολμάς να ανοίξεις ξανά το Κουτί της Πανδώρας.

Άλλες πάλι φορές, έρχονται οι εικόνες ανακατεμένες στο βραδινό αεράκι και χώνονται στη συζήτηση που κάνεις. Λες και το ρεύμα που κάνει το παράθυρο του σαλονιού και του δωματίου να κουβαλάει αναμνήσεις.

Απόψε θυμήθηκα τις τελευταίες της ημέρες, πάνω σε μια συζήτηση για το πόσο δύσκολη ή εύκολη είναι τελικά η αποδοχή των ανθρώπων που αγαπάς όταν οι ζωές τους δε συμφωνούν με τα δικά σου θέλω από εκείνους.

————————————————————-

Δε θυμάμαι πάρα πολλές λεπτομέρειες.

Θυμάμαι ένα δωμάτιο πιο κρύο από Δεκέμβρη χωρίς καλοριφές στα τέλη Ιουλίου.

Ένα παράθυρο μισάχοιντο, με παντζούρια σκασμένα.

Μια μυρωδιά φαρμάκου ανακατεμένη με απορρυπαντικό και ένα διακριτικό άρωμα από λουλούδια.

Θυμάμαι την αδερφή μου ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι. Θυμάμαι πόσο αλλόκοτη ήταν η εικόνα ενός παιδιού που μέχρι πριν μια εβδομάδα χοροπηδούσε σαν κατσίκι μες στο σπίτι, τώρα να μη μπορεί να ανοίξει καλά-καλά τα μάτια του.

Θυμάμαι να τη ρωτάω τι θέλει να της φέρω απ’έξω και να μου απαντάει κάθε φορά «κάτι καινούργιο, κάτι άλλο, κάτι ωραίο». Αυτό το τρίπτυχο ήταν μαχαιριά στην καρδιά μου, κάθε φορά γιατί τίποτα δεν έμοιαζε καινούργιο, διαφορετικό και ωραίο όσο εκείνη ήταν μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο του Αγία Σοφία.

Ήταν δύσκολο κάθε φορά να βρίσκω κάτι να της πηγαίνω. Ήταν πιο δύσκολο κάθε φορά να κάνω το χαζό όταν με ρώταγε αν θα γίνει καλά. Ναι, δεν υπήρχε τίποτα καινούργιο, διαφορετικό και ωραίο να της προσφέρω και αυτό μου δηλητηρίαζε το αίμα κάθε μέρα κι από λίγο.

Απ’όλες τις τελευτείες εικόνες της όμως, αυτή που θυμάμαι πιο έντονα ήταν η ημέρα που ξαναπήρε λίγο το πάνω της.

Τότε νόμιζα πως έχει ακόμα λίγο χρόνο. Πως μπορούσε ακόμα και να το ξεπεράσει. Γίνονται και θαύματα, δε γίνονται;

Σήμερα ξέρω πως ζούσε σε δανεισμένο χρόνο. Πως ό,τι και αν έκανε δε μπορούσε να το ξεπεράσει. Και πως δε γίνονται θαύματα.

Οι γιατροί το αποκαλούν «the golden glow». Υποθέτω στα ελληνικά, η καλύτερη δυνατή απόδοση είναι «η τελευταία αναλαμπή». Το σώμα βάζει τις τελευταίες του δυνάμεις για μερικές ακόμα καλές ημέρες.

Ήταν ένα απόγευμα με φοβερή ζέστη και είχα βγει στο μπαλκονάκι του διαδρόμου του ογκολογικού περιμένοντας τις νοσοκόμες να τελειώσουν με την αδερφή μου. Ήταν καλύτερα και θα μπορούσαμε, λέει, να την πάρουμε σπίτι. Δεν υπήρχε κάτι άλλο που να μπορούν να κάνουν για αυτή εδώ, έτσι κι αλλιώς.

Κοιτούσα θυμάμαι το τίποτα μακριά και σκεφτόμουν αηδίες για να μη σκέφτομαι αυτά που δεν αντέχονταν.

Και όταν γύρισα να μπω στο διάδρομο την είδα από μακριά να έρχεται.

Φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο νυχτικό με τιραντάκι – νομίζω ήταν λευκό, δε θυμάμαι πια. Το αεράκι από την πόρτα που είχα ανοίξει, έκανε το κάτω μέρος του νυχτικού της να κινείται σα να χορεύει. Έδινε την ψευδαίσθηση πως η αδερφή μου περπατούσε πιο γρήγορα απ’ότι πραγματικά περπατούσε, έχοντας το ένα της χέρι στον ορό και το άλλο στον πατέρα μου.

Κάθησα εκεί που βρισκόμουν, περιμένοντάς την να έρθει σε εμένα, βάζοντας νοητό φίμωτρο στη φωνούλα μέσα μου που έλεγε «είναι η τελευταία φορά που…¨ για ένα ακόμη από τα χιλιάδες πράγματα που είχαν να κάνουν με την αδερφή μου.

Την κοίταξα, με κοίταξε, χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο και δεν είπαμε τίποτα άλλο.

—————————————————————-

Θα μπορούσα να πω πως θα έδινα όσα έχω και δεν έχω για να ζούσα για πάντα σε αυτή τη στιγμή.

Σε αυτή τη μικρή, φευγαλέα και άνευ τελικά σημασίας στιγμή με το ανοιχτόχρωμα νυχτικό της αδερφής μου να ανεμίζει στο αεράκι από το ανοιχτό παραθυρόφυλλο του μπαλκονιού και εγώ να την κοιτάζω σα να μην προλαβαίνω ποτέ να χορτάσω την εικόνα της.

Αλλά θα ήταν άδικο. Δε θα το ήθελε εκείνη.

Εγώ θα μπορούσα να τη βλέπω, εκείνη δε θα μπορούσε να ζήσει τη ζωή που της άξιζε.

Και μερικές φορές στη ζωή, τα πράγματα πρέπει να είναι «όλα ή τίποτα».

Αλλά θα σας πω αυτό:

Θα έδινα τη ζωή μου και όσες ζωές πρόκειται να ζήσω για να της επιτρέψω να ζήσει τη δική της όπως την ήθελε. Όπως της άξιζε.

Για να κάνει τα δικά της λάθη, να χάσει τον εαυτό της και το δρόμο της και έπειτα πανηγυρικά να βρει τη δική της θέση στον κόσμο.

Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που θα μπορούσε ποτέ να με έκανε να μην την αγαπάω. Θα μπορούσα να μη συμφωνώ με πολλά από αυτά που θα έκανε – και οι πιθανότητες λένε ότι αν τίποτα από όλα αυτά δεν είχε συμβεί και σήμερα ήταν καλά και υγιής, θα διαφωνούσαμε σε πάρα πολλά πράγματα – αλλά δε θα έπαυα ποτέ να τη φροντίζω, να ανησυχώ για το αν είναι όσο ευτυχισμένη της αξίζει και να είμαι ο μεγαλύτερος οπαδός και υποστηρικτής της.

—————————————————————-

Θεία,

Αν ποτέ διαβάσεις αυτές τις γραμμές – δεν ξέρω πώς μπορεί να συμβεί αυτό, αλλά έχουν συμβεί και πιο παράξενα πράγματα σε αυτό το blog – θέλω να ξέρεις ένα πράγμα.

Δε θέλω να ξανάρθεις ποτέ στο σπίτι μου. Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο πολύ εκνευρίζομαι.

Δε σε πέταξα έξω όταν μου μίλαγες για το γιο σου που είναι gay και δεν ξέρεις τι να κάνεις για να τον αλλάξεις.

Δε σε πέταξα έξω όταν μου μιλούσες για το άντρα σου και πατέρα του γιου σου που «αν το μάθαινε θα έκοβε κάθε επικοινωνία μαζί του» λες και μου περιέγραφες σκηνή από τη Λάμψη του Φώσκολου.

Δε σε πέταξα έξω ούτε όταν είπες το ίδιο σου το παιδί «άρρωστο».

Ελπίζω να θυμάσαι για πάντα αυτή τη βραδιά. Και ελπίζω κάθε φορά να νιώθεις τόσες τύψεις για αυτά που έλεγες που να μην μπορείς να βάλεις τον τεράστιο κώλο σου κάτω.

Ήρθες στο σπίτι του αδερφού του κρεμασμένου να του μιλήσεις για σκοινί. Ήρθες να μου πεις ότι θα ξεγράψεις το ζωντανό και αξιαγάπητο παιδί σου, που by the way αν έκανες τον κόπο να το γνωρίσεις (που παιδί σου είναι, θα σου πρότεινα κάποια στιγμή να το προσπαθήσεις…) θα καταλάβαινες τι γαμώ τα άτομα είναι, επειδή δε συμφωνεί με τα γούστα σου.

Θεία, μην ξαναπατήσεις εδώ μέσα.

Και αν μέχρι να διαβάσεις αυτές τις γραμμές έχεις ξαναπατήσει, να ξέρεις πως χαριστικά είσαι εδώ και πως χαριστικά δε σε πέταξα από τις σκάλες.

Ελπίζω να βάλεις μυαλά πριν να είναι αργά.

Περισσότερο όμως ελπίζω να καταλάβεις κάποια στιγμή στην φριχτά στενόμυαλη ζωούλα σου, πόσο προσβλητικό ήταν όταν με ρώτησες «αν ήταν η αδερφή σου στη θέση του ξαδέρφου σου, δε θα έλεγες τα ίδια» όταν σου απαντούσα, ας ζούσε και εγώ θα την αγαπούσα το ίδιο και περισσότερο ό,τι κι αν ήταν αρκεί να ήταν ευτυχισμένη.

Με προσέβαλες μέσα στο ίδιο μου το σπίτι και εγώ ο μαλάκας σε άφησα να το κάνεις. Άφησες να εννοηθεί πως δε θα δεχόμουν την αδερφή μου όπως και αν ήταν, αν δεν ήταν το τέλειο πρότυπο που θα είχα στο μυαλό μου. Αυτό δε θα στο συγχωρήσω ποτέ. Και δε θα σου βρω δικαιολογίες αυτή τη φορά.

Είσαι καριόλα.

Δε σε πέταξα έξω. Ήμουν σε άσχημη στιγμή και εσύ το εκμεταλλεύτηκες για να με προσβάλεις.

Δε θα ξεχάσω πόσο καργια είσαι.

Ελπίζω να φυτρώσει μυαλό στο κεφάλι σου κάποια στιγμή, γιατί δύο πράγματα στη ζωή είναι σίγουρα: ότι όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε και ότι το να πεθάνεις ανάμεσα σε ανθρώπους που σ’αγαπούν είναι απείρως καλύτερο από το να πεθάνεις μόνη σου ξεχασμένη μέχρι και από το παιδί σου.

Με αγάπη,

Στα τσακίδια,

Nam3l3ss

Advertisements

Ενέργειες

Information

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: