Λέξεις από Ρ

7 07 2013

Παρασκευή σούρουπο.

Μπαλκόνι.

Μπύρες και καλή παρέα με φίλους από την παλιά δουλειά.

Τελευταία μένει πίσω η Μ. για να τελειώσουμε τις μπύρες που έμειναν («έλα ρε, 3 μείνανε, βαριέμαι και να τις ξαναβάλω στο ψυγείο»).

Μου λέει πως χώρισε με τον Χ.

Εκπλήσομαι. Ήταν 3.5 χρόνια μαζί και τους είχα κάπως συνδυάσει.

Αποσπάσματα του διαλόγου (εγώ με italics)

 

– Οπότε του ζήτησες να χωρίσετε;

Όχι, ο Χ. μου το ζήτησε.

– Και εσύ δεν είχες πρόβλημα;

Είχα δεν είχα, δεν έχει σημασία. Είχε εκείνος και αυτό μου έφτανε και μου περίσσευε. Ακόμα και αν ήμουν ερωτευμένη, δε θα ήθελα να είμαστε μαζί μετά από αυτό. Μου είπε πως δεν ήμουν ειλικρινής μαζί του για τη σχέση μας και πως καλύτερα να το αφήναμε.

– Και όντως έτσι ήταν;

Όχι. Στο θέμα της σχέσης μας, δεν του είπα ψέματα ούτε μία φορά. Λίγες μέρες αφού τέλος πάντων «τα φτιάξαμε» του είπα πως οι σχέσεις μου δεν κρατάνε πολύ. Είχε πει να προσπαθήσουμε γιατί «κάθε φορά είναι διαφορετικά». Προσπαθήσαμε. Κρατήσαμε 3 χρόνια και 7 μήνες. ΟΚ, συγκριτικά, όντως κρατήσαμε παραπάνω. Αλλά δεν είπα ψέματα ποτέ.

Και τι του απάντησες;

Του θύμισα αυτά που σου είπα πριν. Και μετά εκείνος μου είπε πως εδώ και κάποιο καιρό αισθανόταν κάπως αλλά εγώ ούτε που έδωσα σημασία.Και αυτό ψέμα.
Έδωσα σημασία. Αλλά κάποιοι άνθρωποι – συμπεριλαμβανομένης εμού – όταν έχουν θέματα με τη σχέση τους δεν θέλουν απαραίτητα να τα συζητήσουν αμέσως. Κάποιοι άνθρωποι θέλουμε χρόνο να επεξεργαστούμε τι είναι αυτό που μας χαλάει ώστε να το παρουσιάσουμε στον άλλο με αρχή-μέση-τέλος και όχι σαν άμορφη μάζα εσύ-φταις-για-όλα. Επίσης υπάρχουν και θέματα προσωπικά που δε θέλεις να τα μοιραστείς με τον άλλο – φάσεις δικές σου προσωπικές. Εκ του αποτελέσματος, μάλλον έκανα λάθος ότι ο Χ ήταν ένας από αυτούς που σκέφτονται και δρουν έτσι.

– Σου λείπει;

Μου λείπει η ιδέα του περισσότερο από τον ίδιο. Αυτό το ότι θα σήκωνα τον τηλέφωνο να τον πάρω στις 7 το απόγευμα που σχόλαγε από τη δουλειά ή που θα τον έπαιρνα να του θυμίσω να δώσει την αντιβίωση στον Πέρση (σημ. σκύλος του Χ). Τον τελευταίο καιρό δε βλεπόμασταν και κάθε μέρα λόγω της απόστασης και της δουλειά, οπότε η λογική λέει ότι θα έπρεπε να μου λείπει 1-2 μέρες την εβδομάδα αλλά για να πω την αλήθεια μου λείπει στιγμές μέσα στη μέρα. Και όσο περνάνε οι μέρες, λιγοστεύουν, οπότε είμαι καλά.

– Καλά, κοίτα, μην τρελαίνεσαι. Ποτέ δεν ξέρεις και μπορεί αυτό να σας κάνει και καλό. Μπορεί να τα ξαναβρείτε ρε παιδί μου.

Μπα.
Και δεν το λέω με κακία ή μιζέρια αυτό. Θέλω να είναι καλά και τον αγαπάω. Δεν παύεις έτσι να αγαπάς έναν άνθρωπο γιατί δε σας βγήκε η συνταγή. Απλά δεν πιστεύω πως ούτε υπάρχει λόγος ούτε και μπορούμε πλέον να τα ξαναβρούμε. Εγώ πίστευα πως ήμασταν ΟΚ. Εκείνος προφανώς, όχι. Αν δε μπορούσαμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο μετά από κοντά 4 χρόνια σχέσης, τι σκατά; πώς θα το φτιάξουμε αυτό;

– Εντάξει ρε παιδί μου, αλλά αμα δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι…

Έλα τώρα, εντάξει. Παραμύθια για παιδιά. Ο έρωτας έρχεται και φεύγει γρήγορα. Αυτό που μένει είναι η αγάπη. Και αν η φρέσκια σχετικά αγάπη δεν είναι αρκετή δε έχει ελπίδες ότι θα είναι και ποτέ αρκετή. Γιατί να τυραννάμε λοιπόν ο ένας τον άλλο για ένα γαμώτο; Αν γυρνούσε εγώ θα ήθελα να ήταν εκείνος πριν 4 χρόνια και εκείνος εγώ πριν 4 χρόνια. Δεν είμαστε. Τώρα ξέρουμε καλύτερα. Και απλά, δεν ταιριάξαμε για μεγαλύτερο διάστημα. Shit happens.

Τέλειωσαν οι μπύρες.

Με χαιρέτισε και έφυγε για το σπίτι της.

Το γουστάρω το μπαλκόνι μου αλλά έχει πάντα τόσο άκυρο μάζεμα μετά που σου ξενερώνει την όλη διάθεση.

Και τότε σκέφτηκα πως ο δικός μου ρομαντισμός για την εικόνα «μπύρες με το παρεάκι στο μπαλκόνι» ίσως να ήταν μεγαλύτερος από το ρομαντισμό της Μ.

Ο ρεαλισμός σκότωσε τον ρομαντισμό ή ο ρομαντισμός αυτοκτόνησε στη θέα του ρεαλισμού;

Advertisements