Έλλειψη

2 10 2012

Ήταν όλοι τους γύρω στα 18 όταν ο Νίκος αυτοκτόνησε.

Η μια μέρα πάνω του Κώστα, ο ένας μήνα κάτω του Βασίλη και της Νεφέλης, ακόμα και οι τρεις μήνες από τα 19 της Βάλιας, δεν έχουν σημασία όταν είσαι 18.  Ή μήπως τότε έχουν την περισσότερη σημασία;

Όποια και αν ήταν η ακριβής τους ηλικία, ο Νίκος πέθανε το Μάρτη των 18 τους χρόνων. Αυτό θυμούνται.

Έδωσε ένα φιλί στα πεταχτά στη μάνα του που του φώναζε καθώς απομακρυνόταν από την κουζίνα να φορέσει το κράνος, χαιρέτισε τον πατέρα του, πήρε την καινούργια του μηχανή, έφτασε στο Λαιμό, πήρε μα βαθιά ανάσα, έριξε μια τελευταία ματιά στη νύχτα γύρω του και χωρίς να το ξανασκεφτεί έπεσε στα βράχια.

Τον βρήκαν την επόμενη ημέρα. Αυτό που δεν ήξερε κανένας τους – ούτε οι περαστικοί που είδαν το σώμα του από μακριά και κάλεσαν την αστυνομία και το ασθενοφόρο, ούτε οι γονείς του, ούτε και οι φίλοι του – είναι ότι δεν ήθελε να βρεθεί. Ήλπιζε πως θα χανόταν στο νερό, ώστε οι δικοί του να μη χρειαστεί να μπουν στη διαδικασία αναγνώρισης. Αλλά εκεί απέτυχε. Προσπάθησε όμως. Τον βρήκαν. Και στην αρχή φυσικά κανένας τους δεν ήθελε να πιστέψει πως το ίδιο χρώμα και μοντέλο μηχανής και η περιγραφή ενός άτυχου νεαρού που έμοιαζε στο Νίκο σήμαιναν πως είναι στην πραγματικότητα ο Νίκος. Με πολλούς τρόπους, ακόμα και την ημέρα της κηδείας του προσπαθούσαν να χωνέψουν όλοι ότι ο άνθρωπος για τον οποίο είχαν μαζευτεί στο νεκροταφείο της περιοχής τους δεν ήταν κάποιος που έμοιαζε με το Νίκο, αλλά ο Νίκος.

Ήταν ένα πολύ σκληρό χάπι για να το καταπιεί όλη η παρέα. Από αυτά που πίνεις κανάτες νερό και δε λένε να ξεκολλήσουν με τίποτα από το λαιμό σου που τον νιώθεις να κλείνει όσο περνάει η ώρα. Προσπάθησαν να διατηρήσουν την παρέα όσο γίνεται περισσότερο, στην αρχή παρά όσα συνέβησαν και στη συνέχεια στο όνομα όσων συνέβησαν.

Δεν τα κατάφεραν.

Και για το υπόλοιπο της ζωής τους κανένας δεν κατηγόρησε ποτέ κανέναν – ούτε καν το Νίκο – για το ότι διαλύθηκαν, που ζούσαν και ανέπνεαν μαζί από την πρώτη δημοτικού και που όλοι πίστευαν πως ήταν γραφτό να αντέξουν για πάντα. Υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορείς να κλάψεις πάνω από κλειστούς τάφους – ανθρώπων, σχέσεων και φιλίας – πριν καταλάβεις πως η ζωή χρειάζεται αλλαγή και μερικές φορές η αλλαγή απαιτεί θυσίες που ποτέ δεν είχες στα αρχικά σου πλάνα.

Όλοι τους έκαναν πράγματα στη ζωή τους, όπως κάνουμε άλλωστε όλοι.

Αλλά αυτά δεν είναι σημαντικά.

Μερικές φορές στη ζωή, τα σημαντικότερα κομμάτια της ιστορίας σου είναι αυτά που έχασες στο δρόμο – μια αδιόρατη έλλειψη που ποτέ δε μπορείς να πεις με σιγουριά πως είναι αληθινή και όχι ένας ακόμα ευσεβής πόθος.

Ο Κώστας δεν πήγε ποτέ το γύρω της Ευρώπης, ένα ταξίδι που από μικροί σχεδίαζαν με το Νίκο. Για να ακριβολογούμε, δεν ταξίδεψε ποτέ όπως ονειρευόταν. Ποτέ δεν πήρε το τρένο από το Παρίσι για Λονδίνο, ποτέ δε μετεπιβιβάστηκε στις Βρυξέλλες και ποτέ δε έσπρωξε κατά λάθος και δε γνώρισε τη Ρόζα. Ποτέ δεν την ερωτεύτηκε σαν τρελός από την πρώτη ματιά και ποτέ δεν την κυνήγησε για 4 χρόνια σε όλες τις πόλεις που εκείνη πήγε για τις σπουδές της και τελικά στα 27 τους ποτέ δεν την παντρεύτηκε και ο Νίκος με τη Βάλια ποτέ δεν έγιναν κουμπάροι στο γάμο τους. Η Νεφέλη και ο Βασίλης ποτέ δεν έγιναν νονοί των παιδιών που ποτέ δεν έκανε και δεν ένιωσε ποτέ την ευτυχία του να βλέπει τα δικά του παιδιά και τα παιδιά των υπολοίπων της παρέας να συνεχίζουν τη δική τους ιστορία, να διαμορφώνουν μια νέα παρέα με τα δικά της πάθη και λάθη και όλα αυτά που θα μάθαιναν μαζί όπως τα έμαθε και εκείνος.

Η Νεφέλη ποτέ δε διοργάνωσε το πάρτυ-έκπληξη των 30ών γνεθλίων του Νίκου στο μπαρ που ποτέ δε δούλεψε εκείνος μέχρι τα 22 του. Γι’αυτό ποτέ δε συνάντησε τον κ. Μαθιόπουλο και εκείνος ποτέ δεν της είπε για τη δράση του στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Και έτσι, όταν εκείνη τελείωσε την εκπαίδευσή της, δεν κατάφερε να διατηρήσει εκείνη τη φλόγα που έκαιγε μέσα της από μικρή για ουσιαστική προσφορά σε ανθρώπους που το έχουν πραγματικά ανάγκη. Την έθαψε κάτω από τόνους ψυχολογικής υποστήριξης που της έδωσε η μητέρα της -Ψυχολόγος στο επάγγελμα – μέχρι που κατάφερε να πείσει όπως-όπως τον εαυτό της πως όλα αυτά είναι απλά μια προσπάθεια να σώσει το κολλητό της που δε μπόρεσε να σώσει στα 18 της χρόνια. Ποτέ δεν προσέφερε εθελοντική βοήθεια και ποτέ δεν ταξίδεψε σε χώρα του τρίτου κόσμου και γι’αυτό στα 48 της δεν πέθανε από πυρά επαναστατών. Παντρέυτηκε και έκανε ένα παιδί και το ονόμασε Νίκο – δήθεν για τον πεθερό της, αλλά στην πραγματικότητα για τον κολλητό της που έχασε πριν προλάβουν να ξεκινήσουν τη ζωή τους. Στα 55 της διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού και στα 58 της, τις τελευταίες της ημέρες, σκεφτόταν πολύ το Νίκο και ότι αν οι χαμένες ευκαιρίες της δικής της ζωής και της ζωής των ανθρώπων που αγάπησε είχαν φωνή, θα γέμιζε ουρλιαχτά το μικρό της δωμάτιό.

O Βασίλης ποτέ δε μπόρεσε να φύγει από το σπίτι των γονιών του. Στα 26 του δε συγκατοίκησε με το Νίκο και στα 28 του δε γνώρισε τη μέλλουσα γυναίκα του και δεν έφυγε από το «κοινόβιο» (όπως ποτέ δεν το αποκάλεσε η Βάλια) στα 30 του για να την παντρευτεί. Ποτέ δεν έκανε το ένα βήμα παραπάνω, γιατί πάντα ένιωθε πως δεν είχε τη στήριξη για να το κάνει. Ποτέ δεν παράτησε τη δουλειά που μισούσε και ποτέ δεν έπαψε να είναι δυστυχισμένος με τη ζωή του. Επισκεπτόταν συχνά τον τάφο του Νίκου – που τώρα πλέον τον είχαν μεταφέρει σε άλλη πόλη, αλλά δεν τον πείραζε αυτό καθόλου – και κάθε φορά έπαιρνε αποφάσεις μεγάλες που πάντα ξεψυχούσαν μέχρι να φτάσει στο σπίτι του. Συνεχώς σκεφτόταν ότι ίσως η «λύση» του Νίκου ήταν η σωστή. Ποτέ δε θα γερνούσε, ποτέ δε θα έχανε το νόημα της ζωής του ξανά και ξανά. Ποτέ δε σταμάτησε να κυνηγάει κάτι που δεν ήξερε πώς, πού και με ποια μορφή θα του ερχόταν – κάτι να του δώσει αξία. Ήθελε να μάθει το μάθημά του, αλλά δεν υπήρχε κάποιος να του το διδάξει και οι γονείς του συνεχώς μεγάλωναν και ποτέ δε μπόρεσε να πάρει απόφαση να τους αφήσει και να προσπαθήσει να βρει όση ζωή του απέμεινε. Στα 60 του δεν πήγε ποτέ χαζογελώντας σα μικρό παιδί με το Νίκο στο γάμο των παιδιών τους – του γιού του και της κόρης του Νίκου, που δεν υπήρξαν ποτέ – και ποτέ μα ποτέ δεν έμαθε πόσο όμορφη θα ένιωθε ότι είναι η ζωή εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ανάμεσα στη Βάλια, το Νίκο, τα παιδιά τους και τους καλύτερούς του φίλους να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους στην υγειά των αναμνήσεων τους στο διπλανό τραπέζι.

Και τέλος, η Βάλια.

Η Βάλια δε δέχτηκε ποτέ πρόταση γάμου από το Νίκο, στα 29α γενέθλιά της, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους που εκείνη αγαπούσε και είχαν μαζευτεί μόνο και μόνο για να τη δουν να λέει το «ναι». Τα μεγάλα πλάνα της Βάλιας και της Νεφέλης για την ημερα του γάμου τους, πήραν τη θέση τους στα συρτάρια και ο γάμος της με έναν άντρα που δεν αγάπησε ποτέ αλλά πίστεψε πως θα μπορέσει να της προσφέρει την ασφάλεια που χρειαζόταν, έγινε γρήγορα, τυπικά και με συνοπτικές διαδικασίες. Σαν αγγαρία.

Έγινε καλή μητέρα, καλή νύφη, καλή νοικοκυρά, πιστή σύζυγος και, αργότερα, καλή γιαγιά και άριστη πεθερά. Όταν τα παιδιά της μεγάλωσαν, έφυγε από το σπίτι 3 φορές με σκοπό να μην επιστρέψει ποτέ. Ξαναγύρισε και τις τρεις φόρες, λίγο πριν επιστρέψει ο άντρας της από τη δουλειά. Κάθε φορά ένιωθε πως ήξερε πού ήθελε να πάει. Κάθε φορά ο δρόμος της τη γυρνούσε σπίτι πριν τις 5.30μμ. Όλο της το παρελθόν ήταν ένα φάντασμα που προσπαθούσε να αφήσει για καιρό πίσω και ένιωσε πως τα κατάφερε όταν μετά τις σπουδές της δε γύρισε στο πατρικό της, εκεί όπου οι αναμνήσεις την ξύπναγαν τις πρώτες νύχτες. Όταν ένιωθε μοναξιά (και την ένιωθε πολύ συχνά) γύριζε στα παιδικά της χρόνια: στα κουκλόσπιτα με τη Νεφέλη, το κυνηγητό με τα αγόρια, το πρώτο της φιλί με το Νίκο και τα σχέδια ζωής που έκανε και για τους δυο τους. Πέρασε χρόνια μισώντας το Νίκο για αυτό που έκανε. Στην αρχή πίστευε πως είναι η θλίψη του θανάτου αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι δεν ήταν τόσο ο θάνατος όσο τα γιατί που έμειναν αναπάντητα, ξερά και παγωμένα δίπλα στο Νίκο εκείνη την ημέρα στο Λαιμό. Ποτέ δε μοιράστηκε την ιστορία της με τα παιδιά της και ποτέ δε σταμάτησε να αναρωτιέται πόσο πιο εύκολα ή πιο δύσκολα θα ήταν όλα αν ο Νίκος ήταν εδώ.

Έμαθε όμως στα παιδιά της ένα πράγμα, που και εκείνη με τη σειρά της το είχε μάθει από τον πρώτο της έρωτα: πως στη ζωή πρέπει να αγαπάς κάτι όσο μπορείς πιο δυνατά όσο το έχεις, γιατί ποτέ δε θα μάθεις πόσο εύκολο είναι να το χάσεις, πριν το χάσεις.

Πέρα από τους γονείς της, κανείς ποτέ στη ζωή της δεν έμαθε για το Νίκο και την παλιά της παρέα. Και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που όταν άρχισε να λέει «Νίκο» το γιο της όταν τρεις μήνες μακριά από τα 90 είχε αρχίσει στιγμές στιγμές να χάνει τα λογικά της, κανείς δε μπορούσε να καταλάβει ποιός ήταν αυτός ο μυστηριώδης Νίκος και γιατί είχε χαραχτεί τόσο έντονα στο μυαλό της.

Advertisements

Ενέργειες

Information

2 Σχόλια

4 10 2012
Κατερίνα

Ειλικρινά την κατάθληψη, μαζί σου δε τη γλυτώνω..Καλημερααα!!!

4 10 2012
....

Πραγματικά…Μόνο κατάθληψη..Μεγάλο ζήτημα η αυτοκτονία.Χάσαμε κι εμείς ενα φίλο με αυτό τον τρόπο.Κι όσο περνά ο καιρός, όσο προχωράμε σε αυτό το αδιέξοδο, όσο υπάρχει αυτή η τεράστια έξαρση φασισμου οσο όσο όσο…… όσο η ζωη μας σκαταίνει τόσο περισσότεροι Νίκοι θα χάνονται άδικα, τόσο περισσότερες Βάλιες θα ζουν μια «άσχημη» ζωή..Κατάθληψη..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: