Ένα Παραμύθι για Μεγάλα Παιδιά

26 02 2011

Τους συνάντησα στις 7 το απόγευμα.

Χειμώνας και η πόλη νυχτώνει από νωρίς.

Με περίμεναν στη μέση της πλατείας, εκείνη καθισμένη επάνω στο παγκάκι με τα πόδια της να παίζουν ρυθμικά με την ξύλινη πλάτη  και εκείνος στο καροτσάκι του.

Εκείνη γελούσε με κάτι που της είχε μόλις πει. Όχι με αυτό το προσποιητό γέλιο – «ναι, το έπιασα το αστείο, θα γελάσω για να μη με θεωρήσεις χαζή» – αλλά με πραγματικό γέλιο, από εκείνο που σου κλείνει τα μάτια και σου στρέφει το κεφάλι στον ουρανό. Από μακριά έμοιαζαν με νέο ζευγάρι – πάνω στα τρελά ζαχαρώματα του νέου έρωτα.

Δε με είχαν δει.

Πλησίαζα τη μισοφωτισμένη πλατεία, με τις μισές λάμπες σβηστές και τα μαγαζιά γύρω της να παίζουν μια πανδαισία άκυρης μουσικής και με είδε εκείνος πρώτος.

Πόσα χρόνια…

Τη σκούντηξε απαλά στο γόνατο με τον αγκώνα του και της έδειξε με το κεφάλι του προς το μέρος μου.

«Να ‘τος!»

Πήδηξε από το παγκάκι και έπεσε στα χέρια μου, τα χέρια της να χαϊδεύουν την πλάτη μου. Χαμογελούσαμε όπως όταν ήμασταν παιδιά – αθώα, αληθινά.

Εκείνος ερχόταν με λιγότερη φόρα από εκείνη, για να μη μας χαλάσει τη στιγμή. Μου φάνηκε θλιβερό για μια στιγμή – ήθελε πραγματικά να σεβαστεί τη στιγμή ή είχε αποδεκτεί πια πως δεν μπορούσε να κερδίσει σε «αγώνες δρόμου» με κάποιον που πατάει στα πόδια του; Και αν ήταν το δεύτερο, πώς ένιωθε;

«Άλλαξες» μου ψιθύρισε στο αυτί εκείνη ενώ έκανε -σχεδόν μηχανικά – δυο βήματα προς τα πίσω για να με χεραιτίσει και εκείνος.

«Μην την ακούς,» μου είπε εκείνος, δίνοντάς μου το χέρι του και δείχνονας με το άλλο το καροτσάκι είπε: «ποιός μας δεν άλλαξε;»

Γελάσαμε και οι τρείς και καθήσαμε στο παγκάκι.

«Μας έλειψες πολύ,» μου είπε εκείνη και μου χάλασε τα μαλλιά σκανταλιάρικα. «Πόσα χρόνια αλήθεια πάνε;»

Πολλά…

Πριν από το ατύχημα εκείνου.

Ήταν 18 όταν γνωρίστηκαν. Και εγώ ήμουν…πόσο τότε; 13-14; Πρωτοετείς και οι δύο στη σχολή. Γιάννενα. Θυμάμαι την αγωνία της να μου τον γνωρίσει. Θυμάμαι τη βραδιά που τον γνώρισα, ένα χρόνο μετά – μια βραδιά που θα μείνει αξέχαστη και στους τρεις μας. Θυμάμαι και το μεσημέρι εκείνο που με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε για το ατύχημά του. Τη θυμάμαι να κλαίει και κάθε δύο προτάσεις της να ξεφυσάει ένα «γιατί δε φόραγε το κράνος του; γιατί;».

Πιάσαμε την κουβέντα. Τα νέα μου. Τα νέα τους. Το κρύο θέριζε αλλά δε μας πείραζε. Δε θέλαμε να κουνηθούμε από τη θέση μας μήπως και χαλάσουμε τη μαγική στιγμή που είχαμε φτιάξει άθελά μας.

Κάπου ανάμεσα στα νέα μου και τα νέα τους ξεμείναμε από τσιγάρα. Εκείνος προθυμοποιήθηκε να πάει να μας αγοράσει. Εκείνη του έδειξε το περίπτερο και του τόνισε να πάρει για εμένα μαλακό πακέτο – και ένιωσα πως η αγάπη των ανθρώπων είναι τελικά στις μικρότερες λεπτομέρειες της ζωής σου, όλες αυτές που γνωρίζουν χωρίς να χρειάζονται υπενθύμιση.

Μείναμε οι δυό μας.

«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε.

«Πόσο ελπίδα μου δίνετε εσείς οι δυο» της απάντησα. «Και πόσες μαλακίες έχω κάνει εγώ στα προσωπικά μου.»

«Χαχαχα! Ξέρεις κάτι;» μου είπε χαμογελώντας, «όταν ήμουν μικρή, πολύ μικρή όμως, η μαμά μου μου διάβαζε πάντα από ένα παραμύθι για να με πάρει ο ύπνος. Και όσο μεγάλωνα τα παραμύθια άλλαζαν αλλά το τέλος έμενε πάντα το ίδιο: ότι μια μέρα θα με ερωτευτεί ένα πριγκιπόπουλο και θα έρθει να με πάρει με το άσπρο του άλογο. Οπότε, κατά κάποιο τρόπο – άθελά μου – νομίζω κάποια στιγμή ξεκίνησα πραγματικά να το περιμένω και μετά… απλά ποτέ δε σταμάτησα.»

Έριξε μια κλεφτή ματιά προς την πλευρά του περιπτέρου και τον είδε να πληρώνει για τα τσιγάρα, τεντώνοντας το χέρι του όσο περισσότερο μπορούσε. Χαμογέλασε.

«Εντάξει,» μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια «ο δικός μου ο πρίγκηπας δεν έχει τελικά άσπρο άλογο, αλλά έχει σιδερένιο. Και πού είναι το πρόβλημα;»

Κούνησα το κεφάλι χαμογελώντας, χαμένος μέσα στα μάτια της. Είχε ένα βλέμμα στοργικό, σχεδόν μητρικό, όταν μίλαγε για εκείνον.

«Μικρέ,» έκανε βάζοντας τα χέρια της στα δικά μου «εγώ και εσύ ξέρουμε πως η ζωή είναι προσαρμογή. Κάνουμε όνειρα για να τα αλλάξουμε στην πορεία. Όταν καταφέρεις να καταλάβεις πως το να αλλάζεις τα όνειρά σου δεν είναι πάντα ‘αναγκαίο κακό’, δεν είναι πάντα ‘συμβιβασμός’ αλλά ίσως… μια ευκαιρία για να γνωρίσεις τον κόσμο όπως δεν τον είχες ποτέ φανταστεί, τότε όλα θα φτιάξουν… θα δεις.»

Εκείνος ερχόταν από την άκρη της πλατείας σπινιάροντας με χίλια.

Εκείνη πετάχτηκε από το παγκάκι και του έδωσε ένα δυνατό φιλί στο στόμα.

«Τι ήταν αυτό;» τη ρώτησε με ένα χαμόγελο απρόσμενης ευτυχίας.

«Τίποτα,» του απάντησε γλυκά. «έλεγα στο μικρό ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά».

 

—————————-

Για εκείνη. Επειδή γουστάρει με χίλια.

Και για εκείνον. Επειδή μαζί της έμαθε και εκείνος να γουστάρει – με χίλια.

( for long you live and high you fly/ and smiles you’ll give and tears you’ll cry/ and all you touch and all you see/ is all your life will ever be… )

Advertisements

Ενέργειες

Information

7 Σχόλια

1 03 2011
Ρ.Α

Ένα πολύ όμορφο παραμύθι . Να είναι καλά τα παιδιά.

3 03 2011
Nam3l3ss

Νομίζω πώς θα είναι.
Πώς το έλεγαν τα Σκαθάρια;;
«All you need is love…
ra pa pa ra ram…
all you need is love,
love,
love is all you need…»
🙂

2 03 2011
Γλύκα

Πάρα πολύ όμορφο.

Μου έφτιαξες τη μέρα.

🙂

3 03 2011
Nam3l3ss

Δεν το έκανα εγώ.
Εκείνοι το έκαναν.
Και έφτιαξαν και τη δικιά μου 🙂
(αλλά σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, all the same 🙂 )

28 03 2011
kristin!

Glyka mu!!!

«Θυμάμαι και το μεσημέρι εκείνο που με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε για το ατύχημά του. Τη θυμάμαι να κλαίει και κάθε δύο προτάσεις της να ξεφυσάει ένα “γιατί δε φόραγε το κράνος του; γιατί;”.–>Manatrixiase… Ksereis to giati.
«… έπεσε στα χέρια μου, τα χέρια της να χαϊδεύουν την πλάτη μου»???? Xaxaxaxaxa!!!Mou kane liiigoo arlekin!!!alla egw eimai panta egw!

Gia paramythi ligo vary, alla
«εγώ και εσύ ξέρουμε πως η ζωή είναι προσαρμογή. Κάνουμε όνειρα για να τα αλλάξουμε στην πορεία. Όταν καταφέρεις να καταλάβεις πως το να αλλάζεις τα όνειρά σου δεν είναι πάντα ‘αναγκαίο κακό’, δεν είναι πάντα ‘συμβιβασμός’ αλλά ίσως… μια ευκαιρία για να γνωρίσεις τον κόσμο όπως δεν τον είχες ποτέ φανταστεί, τότε όλα θα φτιάξουν… θα δεις.» poly kalo..

28 03 2011
kristin!

Sygxaritiria kala na nai ola ta paidia tou kosmou kai tis eyxes mu gia ta kalytera panta..

29 03 2011
Nam3l3ss

kristin!
χαχαχαχα…δεν έχεις κι άδικο για το άρλεκιν. I’m so melodramatic sometimes :p χαχαχαχα
Να είσαι καλά και εσύ 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: