Play

1 09 2010

«Από όλους τους ανθρώπους που με αγάπησαν, αυτοί που αγάπησα περισσότερο εγώ ήταν εκείνοι που ποτέ δε με γνώρισαν πραγματικά.»

Ρούφαγε τις τελευταίες τζούρες του τσιγάρου του σαν να αποχαιρετούσε τον καπνό. Μεγάλη τζούρα, κατέβασμα και να μην περισσεύει τίποτα σχεδόν για να φυσήξει.

Το Παιδί δίπλα του κοίταζε το ηλιοβασίλεμα και περίμενε να ολοκληρώσει τη σκέψη του πριν μιλήσει.

Το συμπαθούσε αυτό το παιδί. Όταν φτάνεις τα 40κάτι αυτό που σε χτυπάει περισσότερο είναι πως πλέον δεν είσαι παιδί. Και πως πλέον υπάρχουν άλλοι που κάθονται στη θέση του «Μικρού» που κάποτε στογγυλοκαθόσουν εσύ με τη ανόητη σιγουριά πως κανείς ποτέ δε θα σε ρίξει από το θρόνο σου.

Αλλά αυτό το Παιδί είχε κάτι το ξεχωριστό. Μερικές φορές όταν το έβλεπε εκεί στην άκρη του μόλου να αγναντεύει τη θάλασσα, του θύμιζε τον εαυτό του καμια δεκαριά χρόνια πριν. Πού να πήγε άραγε εκείνο το παιδί;

Το τσιγάρο τελείωσε και ο καπνός του είχε σχεδόν εξαφανιστεί.

«Υπήρχε κάτι μυστηριώδες – σχεδόν ιερό – στο να αγαπιέμαι και να αγαπάω χωρίς εγώ να είμαι εγώ. Πολλοί θα σου πούνε πόσο λάθος είναι αυτό και μάλλον θα έχουν δίκιο. Τι ξέρω άλλωστε εγώ; Κοίτα με. Είμαι μόνος μου, σε ένα μόλο που πλέον δεν έρχονται καράβια εδώ και χρόνια και αναλύω τη ζωή μου σε ένα Παιδί.

Η πρώτη μου σχέση ήταν η Στέλλα. Ήμασταν δεκαξι χρονών και μαζί της ήταν η πρώτη μου φορά. Η Στέλλα έψαχνε έναν ψευτό-μαγκα που να αντισταθμίζει την ψευτο-χειραφετημένη της ύπαρξη. Οπότε έγινα ακριβώς αυτό. Έμπλεξα σε φασαρίες που γνώριζα τον τρόπο να βγω αλλά παρέμενα γιατί βοήθαγαν την εικόνα που ήθελα να φτιάξω για να πουλάει στις φίλες της. Τότε ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πως το να υποκρίνεσαι δεν είναι πάντα κακό. Για λίγο ήμασταν ευτυχισμένοι. Μετά, όχι. Χωρίσαμε όταν εκείνη μέτρησε πως κάποιος άλλος ψευτό-μαγκας με είχε ξεπεράσει και πως εκείνη δεν έπρεπε να είναι για πολύ καιρό με έναν, γιατί αυτή δεν είναι εικόνα χειραφετημένης.

Έπετα στα είκοσι, γνώρισα την Άννα. Σπουδάζαμε μαζί και γνωριστήκαμε όταν στην πρώτη μας εξεταστική τη βοήθησα στο πιο εύκολο μάθημα της σχολής. Εκείνη είχε έρθει από την επαρχία και της έλειπε ο μπαμπάς της. Έψαχνε για κάποιον να την κάνει να νιώθει ασφάλεια – μια «δική» της ασφάλεια που περιελάμβανε προδιαγεγραμμένα τηλεφωνήματα «καλημέρα,καλησπέρα,καληνύχτα» και μερικά βράδια στο σπίτι με τους φίλους της. Έγινα λοιπόν ο μπαμπάς της και υποκρίθηκα πως την αγαπούσα αληθινά. Χωρίσαμε όταν παράτησε το πανεπιστήμιο και γύρισε πίσω στο χωριό της.»

Το πακέτο γλίστραγε στα χέρια του και η φωτιά του ήταν μια μικρή φλόγα, αλλά το άνοιξε και έβγαλε τσιγάρο, το άναψε και το κράτησε ανάμεσα στα δάχτυλά του.

«Όταν έκλεισα τα εικοσιτρία μου, το γιόρτασα παρέα με φίλους στο στέκι μας κοντά στο σπίτι μου. Εκεί γνώρισα τη Μαρίνα και από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως εγώ και η Μαρίνα μοιάζουμε περισσότερο απ’ότι θα ήθελα. Ανακάλυψα σε πολύ μικρό διάστημα πως  το υποκριτικό παιχνίδι που είχα συνηθίσει να παίζω και είχα γίνει καλός σε αυτό με πρόδιδε. Είχε ελλείψεις η παράσταση, κακές ερμηνείες, φτηνά σκηνικά και σκισμένα κουστούμια.

Είχα αρχίσει να με κερδίζω στη μάχη «Εγώ-Άλλος»

Θα της μίλαγα – στο ορκίζομαι θα της μίλαγα. Θα της έλεγα όλη την αλήθεια για όσα είχα κάνει στο παρελθόν και θα της έλεγα πόσο διαφορετικά ήταν μαζί της – πως επιτέλους θα μπορούσα να σταματήσω να «τρέχω» μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό.

Αλλά, μια νύχτα, 3 το πρωί ήταν θυμάμαι, με πήρανε τηλέφωνο και μου είπανε πως σκοτώθηκε σε τροχαίο.

Για καιρό μετά, τα πράγματα ήταν τόσο γαμημένα μέσα μου που δεν ήξερα προς τα πού να πάω.

Μπορούσα να φιλοσοφήσω τη ζωή μου από όλες τις πλευρές – ότι είχα αγαπηθεί, ότι είχα ένα σκοπό στη ζωή, ότι έπρεπε να είμαι ευτυχισμένος που είχα νιώσει ζωντανός αλλά στην πραγματικότητα δε μπορούσα να νιώσω τίποτα.

Ήμουν μουδιασμένος. Και ένα ερωτηματικό πάνω από το κεφάλι μου κρεμόταν για καιρό σαν γκιλοτίνα; ‘είχε δει; με αγαπούσε για εμένα ή για τον Άλλο;’.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανασφάλεια από αυτή. Να μην ξέρεις πόσο πιστευτός είχε γίνει ο κακοπαιγμένος σου ρόλος.

Μου πήρε καιρό να επανέλθω, αλλά τελικά τα κατάφερα. Μισο-μουδιασμένος και μισο-χαμένος ακόμα, αποφάσισα πως η κοινή μας ζωή ήταν το καλύτερο που θα μπορούσα να ζητήσω. Και γι’αυτό δεν ξαναζήτησα κάτι παρόμοιο. Ούτε και ξανάψαξα για κάτι τέτοιο.

Έκτοτε ξανανέβασα την ίδια παράσταση.

Υπήρξα ο «μαλάκας που με παίρνει όταν του καβλώσει για ένα πήδημα», «ο τρόπος να ξεχάσω ότι ο άντρας μου με χτυπάει», «ο τύπος που ψάχνει σοβαρή σχέση», «ο άνθρωπος που θα’θελα να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί του», «ο τρίτος άνθρωπος», «το υποκατάστατο».

Και, παρ’ότι μπορεί να σου φανεί αστείο, ένιωσα την ευτυχία ξανά κάποιες από αυτές τις στιγμές. Συνειδητοποίησα πως όταν φτιάχνεις από την αρχή έναν άνθρωπο και του δίνεις τα χαρακτηριστικά που θέλεις εσύ, είναι πολύ πιο εύκολο να ακολουθήσεις τις κατευθυντήριες γραμμές, απ’όταν παίζεις τον πραγματικό σου εαυτό.

Πολλές φορές ο εαυτός σου δεν ξέρει που να πάει, τι ζητάει και πώς να το αποκτήσει.

Κάποιος Άλλος όμως, πάντα ξέρει. Και πάνω απ’όλα, ξέρει τι πρέπει  να δώσει για να κάνει κάποια ευτυχισμένη.

Και αγαπήθηκα πολύ. Νομίζω πως κάποιες από αυτές τις γυναίκες με αγάπησαν περισσότερο και από τη Μαρίνα. Ίσως γιατί εκείνη δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου, ίσως γιατί εγώ δεν είχα την πολυτέλεια να αγαπηθώ για αυτό που είμαι – ποτέ δε θα μάθω.

Τις περισσότερες δεν τις αγαπησα ποτέ πραγματικά. Κάποιες τις αγάπησα γιατί με αγάπησαν και κάποιες λίγες γιατί της αγάπησε ο πραγματικός μου εαυτός. Και οι τελευταίες ήταν και εκείνες που ήθελαν τη μεγαλύτερη προσπάθεια στην υποκριτική – να μην ξεχάσεις που τελειώνει η παράσταση και που αρχίζει η αλήθεια.

Το Παιδί γύρισε και τον κοίταξε παραξενεμένο.

«Και είναι αρκετό αυτό; Να αγαπιέσαι χωρίς να αγαπάς;»

«Θα μάθεις μεγαλώνοντας πως η αγάπη είναι πολύ απαιτητικό αφεντικό. Και άδικο. Θέλει χρόνο από τη ζωή σου και δεν πληρώνει ποτέ υπερωρίες. Έχει απαιτήσεις και αξιώσεις από εσένα που δεν θα μπορείς να ανταποκριθείς.Όταν το θέμα φτάνει στην αγάπη,  είμαστε όλοι χαμένοι. Και θα το δοκιμάσεις να «δουλέψεις» μαζί της και να κάνεις όσα σου ζητά και αν είσαι τυχερός μπορεί και να πετύχει και να κρατήσει. Αλλά τίποτα στη ζωή δεν είναι δωρεάν – χάνεις κάτι για να κερδίσεις κάτι άλλο.

Δεν ξέρω αν έχασα ή αν κέρδισα. Ξέρω μόνο πως έπαιξα με τους δικούς μου όρους – και μερικές φορές, στη ζωή το πιο σημαντικό που μπορείς να κερδίσεις είναι να παίζεις το παιχνίδι της με τους δικούς σου όρους.»

Έσβησε και το τελευταίο του τσιγάρο και κάθησε για μια στιγμή στο παγκάκι.

«Έβαλε ψύχρα. Έρχεται φθινόπωρο.»

———————-

Arcade Fire – We Used to Wait

Stephen Fretwell – Play (Don’t be so hard on yourself…)


Advertisements

Ενέργειες

Information

2 Σχόλια

3 09 2010
amor-al

ο κυνισμος αγαπημενε συγχεεται με την αληθεια (ετσω αυτη που παραδεχεται ο μεσος ορος ανθρωπων …συνεπως και η μεση αντιληψη)..αν εντελει υπαρχει αληθεια
αλλα απο τον τιτλο και μονο ηξερα οτι δεν θα τα πηγαιναμε καλα….
παιχνιδι και στρατηγικη και σκακι και μπλα μπλα μπλα ειναι οι ανθρωπινες σχεσεις….το ακουω απο παντου και μαλλον ισχυει …αλλα βαριεμαι και δεν γουσταρω καθολου να το παιξω αυτο το παιχνιδι(πες πες εχω γινει μανουλα στο να κερδιζω) και δεν θελω αυτη τη νικη της τεχνικης….
οπως λεει και η μπλανς : δεν θελω ρεαλισμο…θελω μαγεια!

3 09 2010
Nam3l3ss

Sometimes, it’s not about what we want. It’s about what we can get.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: