Just fucking KISS

20 09 2010

Η συμβουλή μου για σήμερα (και για αύριο, και για μεθαύριο και για όσο κρατάτε τα μάτια σας ανοιχτά) είναι μία:

Just fucking KISS

Σε πάρκα, σε πλατείες, σε εκκλησίες, σε ταράτσες, σε μπαλκόνια, σε μισοφωτισμένα δωμάτια, σε γραφεία, σε σχολεία, σε ασανσέρ, σε σκάλες, σε καναπέδες, σε άβολες καρέκλες, στην κουζίνα, στην μπανιέρα, σε καφέ, σε μπαρ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





I’ve Got Mail

19 09 2010

Ξέρεις τι παθαίνεις άμα δεν έχεις μπει αρκετό καιρό στο mail σου;

Αυτό παθαίνεις:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Transformations

17 09 2010

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος στο χωριό μου που είχε το χάρισμα να μπορεί να γιατρεύει την αϋπνία.

Αν πέρναγες μαζί του πέντε λεπτά…σε είχε πάρει ο ύπνος πριν προλάβεις να πεις «βαρέθηκα».

Πόσα επίθετα ξέρετε για να περιγράψετε την ησυχία; Ε…τα είχε όλα.

Ήταν ήρεμος, ήσυχος, καταδεκτικός, συγκαταβατικός, ειρηνικός, ποτέ δεν έμπλεκε σε καβγάδες, ποτέ δεν ανέβαζε τον τόνο της φωνής του και κυρίως, ακόμα και να είχε διαφορετική άποψη με τη δική σου, ποτέ δεν το εξέφραζε.

Τον γνώρισα όταν ήμουν ακόμα στο δημοτικό  και…ακόμα βαριέμαι.

Δεν ήταν ακριβώς – ή μάλλον, δεν ήταν τόσο – ότι αυτά που έλεγε ήταν βαρετά, όσο ο τόνος της φωνής του όταν τα έλεγε. Με τον ίδιο τόνο, με την ίδια ένταση – σα να είχε φτάσει στη Νιρβάνα χωρίς διαλογισμό.

Αλλά μιας και υπάρχει για όλους τους ανθρώπους κάποιος άνθρωπος στον κόσμο, είχε παντρευτεί και είχε κάνει και δύο παιδιά. Θυμάμαι πως με την παρέα στο χωριό στήναμε ολόκληρα σκετσάκια γύρω από το πως θα ήταν το σεξ των δύο αυτών ανθρώπων…πολύ γέλιο, ιδιαίτερα αν είσαι 13 χρονών όπου όλα είναι λίγο πιο αστεία απ’ότι πραγματικά είναι.

Τα αγαπούσε πολύ τα παιδιά του. Για να πω την αλήθεια, οι μοναδικές φορές που έδειχνε να βγαίνει για λίγο από τη Νιρβάνα του, ήταν όταν πηγαίναμε να πάρουμε τα παιδιά του για να πάμε στο γήπεδο. Φοβότανε. Κυρίως γιατί ήξερε πως ο κόσμος στην πραγματικότητα ζούσε στο άλλο άκρο της δικής του Νιρβάνας: στο Χάος.

Ένα πρωί που είχε σηκωθεί με τον ένα απο τους δύο γιούς του για να πάνε να ποτίσουν τα χωράφια, ο μικρός ξέφυγε λίγο από την προσοχή του και ήρθε φάτσα με προφυλακτήρα με τον κυρ-Παντελή. Ο κυρ-Παντελής, ήταν… ας το πούμε… επιρρεπής στο ποτό και το προηγούμενο ακριβώς βράδυ είχε πιει το Βόσπορο και είχε βγει με απλωτές στη Μεσόγειο.

Ακόμα μερικές φορές, όταν σκέφτομαι για το πόσο τελικά πιστεύω στη μοίρα ή όχι, σκέφτομαι τον κυρ-Παντελή.

Ο δρόμος από τη Χώρα στο χωριό μου είναι τουλάχιστον 1,5 ώρα δρόμος και όταν μιλάμε για «δρόμους» και «χωριό» πριν 10 περίπου χρόνια, δε μιλάμε για άσφαλτο…ούτε για προστατευικά κυγκλιδώματα…ούτε για περιφράξεις στους γκρεμούς…well,  νομίζω τη φτιάξατε μια εικόνα.

Οπότε, ο κυρ-Παντελής αφού διέσχισε όλο το δρόμο από τη Χώρα μέχρι το χωριό, χωρίς να βλέπει που τελειώνει ο δρόμος και που αρχίζει ο γκρεμός, έφτασε μέχρι τα χωράφια όπου ο μικρός είχε αφοσιωθεί στο χωραφι και δεν είχε προσέξει πως ο μικρός είχε απομακρυνθεί και είχε βγει στο δρόμο – εντάξει…δεν τον κατηγορώ, 10 χρονών παιδί ήταν, δεν είχε και πλήρη άγνοια του κινδύνου και ποτέ δε σου πάει στο μυαλό πως το χειρότερο που μπορεί να συμβεί στο παδί σου θα συμβεί ακριβώς σε λίγα λεπτά.

Ο κυρ-Παντελής σταμάτησε για λίγο στο δρόμο και -με την απότομη επιστροφή στην πραγματικότητα μέσα στο μεθυσμένο μυαλό του – αποφάσισε πως κανείς δεν είχε δει τίποτα, άρα τίποτα δε συνέβη. Το κακό με τον κυρ-Παντελή ήταν πως το θάρρος του έφτανε μόνο μέχρι τις κόντρες στο ποτό – ήταν θρυλικές οι επιδόσεις του στο να κατεβάζει μπουκάλια σε χρόνο ρεκόρ. Όταν ήρθε η ώρα να αποδείξει αν έχει αρχίδια, μάλλον τα έχασε κάπου σε κάποιο από τους γκρεμούς που τόσο «τυχερά» είχε γλιτώσει στη διαδρομή. Το κακό για τον κυρ-Παντελή είναι πως ο πατέρας του μικρού είχε ακούσει το θόρυβο και είχε ανέβει τρέχοντας από τα χωράφια.

Φυσικά, όλα αυτά τα μάθαμε αργότερα.

Το μόνο που έμαθε το χωριό μέχρι τη μεθεπόμενη ημέρα ήταν πως κάποιος άγνωστος είχε σκοτώσει το μικρό με το αυτοκίνητο.

Την επόμενη ημέρα στην κηδεία του μικρού πήγε όλο το χωριό. Και γιατί μιλάμε για τον άδικο θάνατο ενός παιδιού, αλλά και για τους γνωστούς λόγους που είναι πάντα πανταχού παρόντες οι κάτοικοι των χωριών – γιατί το θεωρούν υποχρέωσή τους. Και τον συγκεκριμένο συγχωριανό τους μπορεί να τον βαριόντουσαν περισσότερο απ’ότι και ο Θεός τα «Κύριε Ελέησον», αλλά…τον αγαπούσαν (με την ιδιόμορφη αγάπη που έχεις για κάποιον που δε διαφωνεί ποτέ μαζί σου στα πολιτικά, δεν υψώνει τη φωνή όταν του ζητάς να φέρεις τα ζώα σου στο χωράφι του…ή αλλιώς με μια αγάπη ιδιοτελή, όπως είναι άλλωστε σχεδόν όλες οι όψεις της αγάπης).

Στην κηδεία του μικρού λοιπόν, πήγε όλο το χωριό. Και πήγε και ο πατέρας του. Και αυτό, θυμάμαι, πως ήταν το πιο παράξενο θέαμα που είχα δει: ήταν ο ίδιος ήρεμος και ήσυχος άνθρωπος που ήξερα πάντα.

Μπορεί να ήμουν 13 αλλά δεν ήμουν ηλίθιος. Δεν μπορούσα φυσικά στα 13 μου να κατανοήσω το βάθος του ανθρώπινου πόνου, αλλά ακόμα και έτσι δεν καταλάβαινα πως γίνεται να μην κλαίει, να μη δακρύζει ή να μην φωνάζει ή έστω να μην φαίνεται στο πρόσωπό του η θλίψη. Ήταν ακριβώς ίδιος. Ανατριχιαστικά ίδιος.

Θυμάμαι τους ανθρώπους να συζητάνε απο ψηλά (ναι, όταν είσαι 13 οι περισσότεροι είναι πιο ψηλά από εσένα), για το πόσο δυνατός είναι και την αξιοπρέπειά του.

Εγώ δεν είδα τίποτα από τα δύο.

Και αυτό με τρόμαξε περισσότερο. Δεν ήθελα να τον χαιρετίσω στο τέλος της κηδείας και όταν η μάνα μου με κοίταξε με το γνωστό της δολοφονικό βλέμμα «κάν’το-αλλιώς-θα-ψάχνεις-από-που-σου-ρχονται-οι-φάπες» με χαιρέτισε με ακριβώς τον ίδιο τρόπο που με αποχεραιτούσε όταν επιστρέφαμε με τον γιό του από τη μπάλα.

Την επόμενη ημέρα, άκουσαν τον κυρ-Παντελή να φωνάζει. Όταν έφτασαν οι γείτονες, ήταν ήδη αργά (ή, ανάλογα ποιά είναι η άποψή σας για την εκδίκηση και τη φράση «οφθαλμός αντί οφθαλμού», ακριβώς όταν έπρεπε).

4 μαχαιριές.

Ήταν η μόνη φορά που ο πατέρας του μικρού, ο Βαρεμάρας όπως τον λέγαμε όταν δεν ήταν κάποιος από τους δυο τους μπροστά, είχε ανεβάσει τους «τόνους» του.

Φυσικά, εγώ τις μαχαιριές της έμαθα πολύ μετά (συγκεκριμένα, η μάνα μου μου είχε πει τότε ότι «τσακώθηκαν» – the biggest understatement of that year χαχαχα)

————————————-

Δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω να πω με αυτή την ιστορία.

Όταν ξεκίνησα να τη γράφω το θέμα που είχα στο μυαλό μου ήταν «μέχρι που μπορείς να φτάσεις για τους ανθρώπους που αγαπάς;» και υπό μία έννοια, ακόμα αυτό είναι το θέμα…αλλά όχι ακριβώς.

Βλέπετε, ο Βαρεμάρας ήταν ευτυχισμένος – ακόμα και αν για εμένα ή εσένα αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό – με τη ζωή του. Επέλεγε ναι είναι ήσυχος, δεν καταπιεζόταν. Επέλεγε να μη διαφωνεί, δεν ένιωθε να πνίγεται.

Δεν ήταν λοιπόν τα «απωθημένα» του αυτά που βγήκαν την ημέρα που πήρε την εκδίκησή του από τον κυρ-Παντελή.

Το θέμα είναι πως μερικές φορές όταν λέμε πως μπορούμε να κάνουμε τα πάντα για έναν άνθρωπο, ξεχνάμε τις συνέπειες αυτού του «τα πάντα» για τους υπόλοιπους ανθρώπους που αγαπάμε.

Αν θυμάστε την ιστορία του Βαρεμάρα, είχε και άλλο ένα γιο.

Ο άλλος του γιος δεν κατάλαβε ποτέ γιατί έκανε αυτό που έκανε ο πατέρας του. Ή μάλλον όχι το «γιατί’, όσο το «γιατί χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες». Ο μικρός μεγάλωσε στο χωριό με ψιθύρους πως είναι ο γιος του φονιά του κυρ-Παντελή.

Καθιστά αυτό λάθος την πράξη του Βαρεμάρα;

Ήταν ίσως, εξ αρχής λάθος;

Ή μήπως το μοναδικό λάθος στην ιστορία, είναι πως ο κυρ-Παντελής ήταν πολύ άτυχος που δεν έπεσε σε κάποιον από τους γκρεμούς στο δρόμο ή δε βρήκε σε κάποιον τοίχο;

Η αγάπη, λένε, μεταμορφώνει.

Αν και τείνω τελικά να καταλήξω πως η αγάπη δεν μεταμορφώνει, απλά…παραμορφώνει.





Quoted

12 09 2010

«There is nothing like returning to a place that remains unchanged to find the ways in which you yourself have altered.” ~ Nelson Mandela

“Nobody gets to live life backward. Look ahead, that is where your future lies.” ~ Ann Landers

«I’ve learned that people will forget what you said, people will forget what you did, but people will never forget how you made them feel» ~ Maya Angelou

«Press forward. Do not stop, do not linger in your journey, but strive for the mark set before you.» ~ George Whitefield

“Our Similarities bring us to a common ground; Our Differences allow us to be fascinated by each other” – Tom Robbins

—————————————————————————————-

Aφιερωμένο σε όσους επιλέγουν να έρχονται εδώ…ξανά…και ξανά…και ξανά.

🙂





4 Σακούλες Σκουπίδια

7 09 2010

Η αλήθεια είναι πως το διαμέρισμά της  δεν ήταν πολύ διαφορετικό απ’ότι συνήθως:

Χαρτιά πεταμένα παντού, 4 σακούλες σκουπίδια για κατέβασμα (στρατηγικά τοποθετημένες στην κουζίνα, το δωμάτιο, το σαλόνι και την τουαλέτα για να μη χρειάζεται να σηκώνεται όποια στιγμή ήθελε να ξεφορτωθεί κάτι), πιάτα άπλυτα, γεμάτα τασάκια και το κομπιούτερ ανοιχτό, να παίζει ολόκληρη τη δισκογραφία των Counting Crows στο repeat. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Play

1 09 2010

«Από όλους τους ανθρώπους που με αγάπησαν, αυτοί που αγάπησα περισσότερο εγώ ήταν εκείνοι που ποτέ δε με γνώρισαν πραγματικά.» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »