Η Θέα από Ψηλά

2 08 2010

Την είδα σήμερα.

Πρέπει να παραδεχτώ, έχει περάσει καιρός. Χρειάστηκα δυο-τρια δευτερόλεπτα για να θυμηθεί το μυαλό μου τα χέρια της, το περήφανο περπάτημά της και τα μακριά της μαλλιά. Αλλά όταν πέρασαν αυτά τα πρώτα δευτερόλεπτα ήμουν σίγουρος: ήταν εκείνη.

Και ήταν πιο όμορφη από ποτέ.

Είχε τα μαλλιά της κάτω (πάντα της έλεγα πως της πηγαίνουν περισσότερο έτσι, μου θύμιζαν πάντα τη βροχή) και ίσια. Περνούσε τον δρόμο και για μια στιγμή κοίταξε βιαστικά πάνω κάτω για να περάσει απέναντι. Φοβήθηκα πως θα με δει. Δε θα ήξερα τι να της πω και θα ένιωθα ηλίθιος και χαμένος μπροστά της. Αλλά ήθελα να πάω να την πιάσω και να της πω να κοιτάζει πάντα δύο φορές πάνω κάτω – όσες φορές και αν της το είπα στο παρελθόν εκείνη παραμένει απρόσεκτη.

Φορούσε ένα λευκό φουστάνι που έδενε πίσω από το λαιμό και άφηνε ένα μεγάλο κομμάτι του λευκού σώματός της ακάλυπτο. Φορούσε τα γυαλιά της στο κεφάλι και καθώς διέσχιζε το δρόμο ο ήλιος έπαιζε παιχνίδια με το ασημένιο φυλαχτό που φόραγε στο λαιμό της – ποτέ δεν το έβγαζε, «είναι το γούρι μου» μου έλεγε όταν το περιεργαζόμουν πάνω από την γυμνή της σάρκα τα κυριακάτικα πρωινά που χουζουρεύαμε στο κρεβάτι.

Είχε αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που την είχα δει.

Αλλά είναι φυσιολογικό. Οι άνθρωποι συνήθως είναι πιο όμορφοι όταν τα δάκρια δεν ξεβάφουν τα μάτια τους και τα χέρια τους δεν στρίβουν τσιγάρο σαν μανιακά.

Ήθελα να πάω να της μιλήσω. Αλλά δεν είχα τίποτα να της πω. Και από φόβο μήπως κάνω τα πράγματα χειρότερα, δεν κουνήθηκα από τη θέση μου. Ή μπορεί και από εγωισμό – μήπως κατά λάθος κάνω καλό στον εαυτό μου ενώ το μοναδικό που φαίνεται πως μπορώ να κάνω σωστά είναι λάθος επιλογές.

Τα πόδια της ήταν πάντα το δυνατό της σημείο και καθώς πατούσε το απέναντι πεζοδρόμιο σκέφτηκα πως κάπως έτσι πρέπει να είναι οι άγγελοι. Έρχονται στη ζωή σου όταν το περιμένεις λιγότερο, μοιράζονται μαζί σου καπνό και φωτιά και έπειτα σε κάνουν να τους κυνηγήσεις μέχρι το τέλος του κόσμου τους. Και είναι όλα συνισταμένη του πόσο γρήγορα μπορείς να τρέξεις, πριν να χαθεί και η σκιά τους από το δρόμο. Και εμείς, μοιάζαμε πάντα να τρέχουμε σε αντίθετες τροχιές.

…όπως χάθηκε και εκείνης στο σκιερό στενό πίσω από την μεγάλη πολυκατοικία που κάποτε λέγαμε πως θα πάρουμε το δυάρι του τελευταίου ορόφου και θα κοιμόμαστε το βράδυ του καλοκαιριού αγκαλιά, βλέποντας από μακριά της Ακρόπολη και κάνοντας έρωτα μέχρι το πρωί. Θα είχαμε ένα σκύλο που θα μπλεκόταν στα πόδια μας όλη την ώρα και θα τον μαλώναμε όταν θα γάβγιζε στα πουλιά που θα κάθονταν στην ξύλινη σκεπή και θα πίναμε μέχρι τελικής πτώσεως.

Ποτέ δεν καταφέραμε να φτάσουμε ούτε στα μισά, αλλά…δεν πειράζει. Μερικές φορές το να ονειρεύεσαι είναι ομορφότερο και από το να κάνεις: η φαντασία δυο ερωτευμένων δεν έχει όρια, η πραγματικόητα πάλι, έχει.

Και έτσι κι αλλιώς, η θέα είναι που μετράει Και εμείς, για όσο καιρό την βλέπαμε μαζί, τη λατρέψαμε την Ακρόπολη ακόμα και αν δεν βλέπαμε ξεκάθαρα – παρά μόνο από ένα σημείο του μπροστινού μπαλκονιού της γκαρσονιέρας μου.

Είχαμε πάντα την ταράτσα.

Και ήταν υπέροχα.

Advertisements




The Summer Inside

2 08 2010

Η ζέστη είναι αφόρητη, ένα μωρό δε σταματάει να κλαίει από την απέναντι πολυκατοικία, μου τελεiώνουν τα τσιγάρα και καπνίζω μέχρι φίλτρου τα τελευταία μου γιατί βαριέμαι να πάω να πάρω και το μόνο που θέλω να κάνω όλη μέρα είναι να ακούω μουσική.

Beirut – Elephant Gun

Paolo Nutini – Candy

Semisonic – Closing Time

Interpol – Barricade

Sia – Stop Trying

A Fine Frenzy – Lifesize