Αντισώματα

22 11 2009

Στον πέμπτο όροφο μια πολυκατοικίας-αρχαιολογικής αξίας στου Ζωγράφου, μένει ένα κορίτσι.

Το όνομά της δεν έχει καμία σημασία. Για να μπορούμε όμως να συνεχίσουμε την ιστορία, ας την πούμε Α.

(άραγε έχουν ποτέ τα ονόματα σημασία; )

Η Α. γεννήθηκε το 1983. Και έπειτα…όλοι άρχισαν να έχουν απαιτήσεις από εκείνη.

Στα 6 της, όταν πήγε στην πρώτη δημοτικού, ήταν η καλύτερη μαθήτρια της τάξης. Η μητέρα της όμως την πίεζε πως έπρεπε να αρχίσει να διαβάζει παράλληλα και την ύλη της δευτέρας.

Στο γυμνάσιο ήταν 3 χρόνια σημαιοφόρος, 3 χρόνια απουσιολόγος και είχε δεκάδες αριστεία και βραβεία κορνιζαρισμένα στους τοίχους του μικρού δωματίου της. Η μητέρα της της όμως της απαγόρευε να βγαίνει με τις φίλες της τα σαββατοκύριακα, γιατί έτσι έχανε πολύτιμο χρόνο από τα διαβάσματά της.

Στο λύκειο, ήταν η πιο όμορφη κοπέλα του σχολείου. Την θέλαμε όλοι και κανείς μας δεν μπορούσε να την έχει. Όχι γιατί ήταν ερωτευμένη ή σεμνότυφη – πού καιρός για έρωτες άλλωστε; – αλλά γιατί η μητέρα της την ενημέρωνε/απειλούσε καθημερινά πως οι έρωτες σε τέτοια ηλικία είναι σαν παιχνίδια χωρίς νικητές και χαμένους: ανούσιοι και παιδαριώδεις. Ήταν η αγαπημένη μαθήτρια των καθηγητών – μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που οι καθηγητές λάτρευαν έναν μαθητή όχι γιατί τους έγλυφε με το σωστό τρόπο, αλλά γιατί ήταν αυτό που είχαν στο μυαλό τους όταν έλεγαν τη λέξη «υπόδειγμα».

Στην πενταήμερη του σχολείου, μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της σχολικής ζωής, εκείνη έμεινε σπίτι. Η μητέρα της είχε διακρίνει ένα κενό σε κάποια μαθήματα και οι Πανελλήνιες πλησίαζαν.

Όταν ήρθε η ώρα να κάνει την εφηβική της επανάσταση, η μητέρα της φρόντισε να την…καταπνίξει πριν καν ξεκινήσει. Δε θυμάμαι γιατί και πώς, αλλά νομίζω ότι ένα χαστούκι μπροστά σε όλα τα παιδιά του σχολείου αρκεί για να σταματήσει οποιεσδήποτε επίδωξες επαναστάσεις ενός κοριτσιου 16 χρονών.

Όπως και στις υπόλοιπες φάσεις της ζωής της, η Α. πάσχιζε χωρίς να ξέρει το γιατί. Είχε πλέον καταπιεί τον εγωισμό της – ή τέλος πάντων, ότι εγωισμό είχε προλάβει να αναπτύξει – και πάλευε να φτάσει τον επόμενο στόχο της μητέρας της. Αλλά η μητέρα της, έπαιζε μαζί της με τον ίδιο τρόπο που παίζει κανείς με το καρότο και το γαϊδούρι: πάντα ο στόχος φαίνεται πιο κοντά απ’ότι πραγματικά είναι.

Έκτοτε έχασα τα ίχνη της για πολύ καιρό. Πέρασαν τουλάχιστον δυο χρόνια και κανείς δεν ήξερε να μου πει τι κάνει η Α. «Ξέρεις μωρέ, πως είναι τα πράγματα…μετά το Λύκειο, χάνεις την επαφή…». Ναι, καλά! Λες και υπήρχε ποτέ ιδιαίτερη «επαφή» κανενός ή καμίας με τη συγκεκριμένη κοπέλα. Πάντα πίστευα πως στο μυαλό της υπάρχει ο δικός της και ο δικός μας κόσμος.  Ο ένας γεμάτος υποχρεώσεις, διάβασμα και μια μητρική φιγούρα να παρακολουθεί κάθε βήμα της και ο άλλος ελεύθερος, σχεδόν χαζοχαρούμενος.

Πριν λίγες μέρες έμαθα πού είναι η Α.

Στο πανεπιστήμιο γνώρισε κάποιον. Και όλοι ξέρουμε πως είναι να γνωρίζεις κάποια/κάποιον. Αλλά να τον/την γνωρίζεις πραγματικά. Να ξυπνάς και να κοιμάσαι με την εικόνα του προσώπου της/του στο κεφάλι, να περπατάς στην Πλάκα και να χτυπάς στις καρέκλες των καφετεριών ονειροπαρμένος. Φαίνεται πως όσο και να το προσπάθησε η Μητέρα, δεν μπόρεσε να διαβρώσει όλα τα συναισθήματα (ή «εμπόδια») του παιδιού της.

Και έπειτα συνέβη ό,τι συμβαίνει στον οργανισμό που έρχεται για πρώτη φορά  σε επαφή με έναν ιό.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, οι αποτυχημένες σχέσεις μας είναι σαν τα αντισώματα.

Μας προστατεύουν από το να ξαναρρωστήσουμε από την ίδια ασθένεια. Φυσικά, ένας ιός (όπως και μια γυναίκα ή ένας άνδρας) μπορεί να είναι ένας γνωστός στο σώμα μας ιός με…διαφορετικό περιτύλιγμα. Ναι, δε διαφωνώ. Ποτέ δεν είσαι σίγουρος ότι παίρνεις τη σωστή απόφαση, ότι δε θα ξανακάνεις την ίδια μαλακία. Μειώνεις όμως το ρίσκο σου. Γιατί έπαιξες, κάηκες και έμαθες.

Όταν όμως δεν έχεις νιώσει τη φωτιά, μπορείς ποτέ ειλικρινά να πεις ότι ξέρεις τι θα πει «καίγομαι»;

Ο τύπος ήταν junkie. Βαρύ junkie. Από αυτά που θέλουν με το ζόρι να κολλήσουν ημερομηνία λήξης στο κούτελό τους. Όχι, δε θα τον κατηγορήσω: όσο και να μην ξέρεις τι θα πει φωτία, έχεις πάντα ένστικτα που σου λένε πως αν πλησιάσεις πολύ θα καείς.

Η Α., είναι σε κέντρο αποτοξίνωσης. Κατέληξε εκεί, ενώ πριν λίγο καιρό είχε πέσει σε βαριά κατάθλιψη, είχε μείνει μισή και έβγαινε από το σπίτι μόνο για να τον δει και να της δώσει τη δόση της.

Αγάπη και αυτή. Να εξαρτιέμαι από εσένα κυριολεκτικά. Αηδιασα…

Έμαθα από δικό μου άνθρωπο πως τα λόγια της μητέρας της (με δάκρυα στα μάτια) ήταν πως «ήθελε η κόρη της να είναι το καλύτερο που μπορεί».


Και σιχάθηκα.

Σιχάθηκα μέχρι αηδίας, γιατί κάποιοι άνθρωποι στέκονται μπροστά στα ερήπια μιας ζωής που οι ίδιοι φρόντισαν να καταλήξει έτσι και «νίπτουν τας χείρας τους».

Δεν έπεσε, μωρή καριόλα, μόνη της η αρχαιολογία που αποκαλείς σπίτι. Εσύ το έριξες. Και κάθε τούβλο που έβγαζες, κάθε παρτίδα μπετόν που δεν άφηνες να δέσει σωστά, έπρεπε να πέσει στο κεφάλι σου.

Κλάψε όσο θες. Κάνε το κλαμμένο μουνί όσο θεωρείς πως χρειάζεται για να πείσεις τον κόσμο (και τον κομπλεξικό εαυτούλη σου, ίσως; ) πως πονάς πραγματικά.

Αλλά στο λέω, δεν πείθεις κανέναν.

Αν για κάτι λυπάσαι είναι που κόντεψες να χάσεις τον έλεγχο, όχι που παρα λίγο να χάσεις το παιδί σου.

Και έπειτα, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εσύ μέσω ποιού θα πραγματοποιούσες τα γαμημένα δικά σου όνειρα, τις δικές σου φιλοδοξίες και τα δικά σου θέλω;

ΥΓ: Eπιμένω πως για τις δικές μας μαλακίες δε φταίει ο μαλάκας γκόμενος/ η πουτάνα τύπισσα που μας παράτησε, η φασιστική μητέρα, η κοινωνία ή ο γαμω-ανάδρομος Ερμής. Φταίμε εμείς και ΜΟΝΟ εμείς. Αλλά όταν βάζεις έναν άνθρωπο να μεγαλώσει σε περιβάλλοντα αποστειρωμένα σα χειρουργικά εργαλεία, το μερίδιο ευθύνης που σου αναλογεί είναι τρομακτικά μεγάλο. Τα λάθη είναι απαραίτητα για να βρεις τα σωστά.

——————————————————————-

A.,

Για εσένα

Massive Attack – Protection ( This girl I know/ needs some shelter/ she don’t believe/ that anyone can help her… )





Love is a Game And True Love is a Trophy

22 11 2009

Με έχουν ρωτήσει πολλές φορές τα άτομα που μου έχουν στείλει e-mail, πώς ξεκινάς να γράφεις. Πώς σου έρχεται κάτι για να πεις και πως βάζεις τη σκέψη σου σε σειρά.

Η απάντηση είναι πιο απλή απ’ότι μπορεί κανείς να φανταστείς.

You don’t…

Δεν ξεκινάς να γράφεις. Κάποιες μέρες, κάποιες ώρες και κάποια λεπτά κάποιας μέρας, το μυαλό σου γεμίζει λέξεις και φράσεις. Και γεμίζει τόσο ασφυκτικά, σαν αίθουσα αεροδρομίου λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, που το μόνο που μπορείς να κάνεις για να μην τρελαθείς και αρχίζεις να μιλάς με γρίφους και αινίγματα στους ανθρώπους γύρω σου (και οδηγήσεις τη μάνα σου στο τηλέφωνο να ζητάει συμβουλές από τον ψυχολόγο) είναι να…ξεφορτώσεις αυτές τις λέξεις πάνω σε ένα χαρτί, πάνω σε μια ηλέκτρονική σελίδα. Γιατί αν το καλοσκεφτείς, η ζωή είναι και αυτή όπως και τα κομπιούτερ: 0 για τις λύπες και 1 για τις χαρές.

Και χτίζεις ένα σύμπλεγμα από 0 και 1 και η ημέρα σου γίνεται μια ακολουθία του δυαδικού συστήματος.

Και δε βάζεις τίποτα στη σειρά. Τα γράφεις όπως τα σκέφτεσαι. Γιατί αν αρχίσεις να φτιάχνεις παραγράφους και να χτίζεις μια έκθεση, έχασες το νόημα. Δε γράφεις πανελλήνιες. Γράφεις κάτι πιο όμορφο και απείρως πιο ελεύθερο από το ηλίθιο, «1+1=2» σύστημα των πανελληνίων.

Σήμερα, στριφογύριζε στο μυαλό μου έντονα το τι είναι πραγματικά η αγάπη των ανθρώπων.

Και άρχισα να σκέφτομαι πόσο λάθος (ίσως) να εκτιμώ την αγάπη. Και πως και εκείνη, όπως και η σκέψη, είναι μια σειρά από τυχαία 0 και 1.

0 για τον πόνο της μοναξιάς

1 για τη γιορτή της αγάπης

…010101010101010101010101010101

Και όλο αυτό να οδηγεί στο άπειρο.

Είναι τρομακτικό και γελοίο πως το πράγμα που τροφοδοτεί την αγάπη, που την κρατάει αναμμένη και που μας κάνει να την κυνηγάμε μια ολόκληρη ζωή, είναι ένα εκ διαμέτρου αντίθετο (?) συναίσθημα. Ο φόβος.

Η μητέρα που φιλάει το παιδί της για καληνύχτα, φοβάται για τη ζωή που απλώνεται μπροστά του.

(Θα πάρει τις σωστές αποφάσεις; Θα είναι ευτυχισμένο και υγιές; )

Ο ερωτευμένος που φιλάει το κορίτσι δίπλα του με πάθος, φοβάται αν θα είναι πάντα έτσι η ζωή τους.

(Θα είναι για πάντα μαζί; Θα τον κρατάει πάντα από το χέρι; Θα έχει η μοναξιά του παρέα; Θα μείνει μόνος ξανά; )

Η γυναίκα που αγαπάει χωρίς ανταπόκριση και πληγώνεται κάθε μέρα και πιο πολύ

(Θα αλλάξουν τα πράγματα ποτέ για εκείνη; Θα πάψει ποτέ να είναι σκιά; )

Οι άνθρωποι λένε πως ζουν κυνηγώντας την αγάπη. Δε νομίζω πως είναι απόλυτα ειλικρινείς με τους εαυτούς τους.

Δεν κυνηγούν την αγάπη απλά τρέχουν όσο πιο γρήγορα μπορούν μακριά από το φόβο της μοναξιάς.

Της μοναξιάς εκείνης που δεν επιλέγεις, αλλά σε επιλέγει. Και αυτό είναι το χειρότερο συναίσθημα: να μην είσαι μόνος γιατί το επέλεξες αλλά γιατί…έτυχε, γιατί δεν έτρεξες αρκετά γρήγορα.

Με άλλα λόγια, η ζωή είναι ένας αγώνας δρόμου: αν τρέξεις αρκετά γρήγορα, αν υπερπηδήσεις τα εμπόδια που υψώνονται συνεχώς μπροστά σου κερδίζεις το έπαθλο. Και δεν είσαι μόνος πια.

Ή τουλάχιστον, δεν είσαι μόνος για τα επόμενα λίγα λεπτά…

Αλλά ακόμα και αυτό, ανάμεσα στα ατέλειωτα 0 και 1, είναι κάτι.

——————————————————

Rufus Wainwright – Poses ( The green autumnal parks conducting/ All the city streets a wondrous chorus singing/ All these poses oh how can you blame me/ Life is a game and true love is a trophy…)





Παραπανίσια Ανάσα

19 11 2009

Είναι φορές που λες πως η ζωή προχωράει. Πως τα πράγματα αλλιώς τα σχεδιάζεις και αλλιώς τα βλέπεις να γίνονται μπροστά στα μάτια σου, αλλά είναι εντάξει όλα γιατί είσαι ακόμα ζωντανός, αναπνέεις ακόμα και μπορείς ακόμα και ακούς τους ήχους της νύχτας.

Απαλύνεις τον πόνο σου όπως μπορείς. Τα ρίχνεις στους Θεούς, καταριέσαι τον κόσμο, κρατάς κακία στα πάντα ή αλλες πάλι φορές συγχωρείς και νιώθεις το βάρος του μίσους προς όλα και όλους να φεύγει για λίγο από πάνω σου.

Υπάρχουν όμως και μερικές ώρες, μερικές μέρες και νύχτες που απλά γεμίζουν τα πνευμόνια σου με μια παραπανίσια ανάσα. Δεν ξέρεις γιατί και δεν ξέρεις πως. Τη μια στιγμή είσαι -φαινομενικά- καλά και την άλλη όχι. Μια φωτογραφία, μια ανάμνηση, μια στιγμή σπάει την εύθραυστη ψευτο-ισορροπία που νομίζεις πως κουμαντάρεις.

Γεμίζει το μυαλό σου με εικόνες, με απορίες και ερωτηματικά, σαν να μπαίνουν μέσα τα νερά της παλίρροιας και να πλημμυρίζουν το κεφάλι σου, σα να βρέχονται όλες οι υπόλοιπες σκέψεις σου από μια μοναδική ανάμνηση.

Και τότε, όταν η παλίρροια επιστρέφει, δεν υπάρχει καμιά σκέψη που να μπορεί να σε παρηγορήσει.

Δε ρωτάς πια γιατί. Δε σε νοιάζει το ποιός φταίει. Δε σε ενδιαφέρει ο κόσμος και οι ηλίθιες ατάκες παρηγοριάς του.

Σε νοιάζει πως σου έμειναν μονάχα φωτογραφίες, αναμνήσεις και στιγμές. Σε πονάει που δε θα υπάρξουν άλλες. Και δεν είναι καινούργιος πόνος – είναι ένας πόνος που έχεις συνηθίσει, έχεις μάθει να συγκρατείς υπό κανονικές συνθήκες, με άλλα λόγια δε νιώθεις διαφορετικά. Απλά συνειδητοποιείς ξαφνικά τις «υποχωρήσεις» που έχεις κάνει και πως τα μοναδικά πράγματα που έχεις πια είναι μερικές μονάχα στιγμές αποτυπωμένες σε χαρτί και μερικές άλλες αποτυπωμένες στο μυαλό. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο.

Νιώθεις πως σε έκλεψαν. Πως σου πήραν πράγματα – όχι υλικά, όχι αξίας χρηματικής – που δε μπορείς να είσαι «εντάξει» χωρίς αυτά, αλλά σου είπανε να σκάσεις και να μάθεις χωρίς αυτά. Και εσύ θες να φωνάξεις, να ουρλιάξεις πως αυτά τα πράγματα ήταν τα μοναδικά που πραγματικά είχες, πως στα είχανε υποσχεθεί, πως αυτοί ήταν οι όροι του παιχνιδιού. Αλλά και να το κάνεις, δε θα σε ακούσει κανείς…

Και γεμίζουν τα πνευμόνια σου ξανά με άλλη μια παραπανίσια ανάσα  – αναπνέεις πια για δύο αλλά ζεις για έναν.

Και έπειτα μαζεύεις τον εαυτό σου. Τον μαλώνεις που αφέθηκε ξανά και του λες πως «η ζωή προχωράει, πως τα πράγματα αλλιώς τα σχεδιάζεις και αλλιώς τα βλέπεις να γίνονται μπροστά στα μάτια σου, αλλά είναι εντάξει γιατί είσαι ακόμα ζωντανός, αναπνέεις ακόμα και μπορείς ακόμα και ακούς τους ήχους της νύχτας».

Έτσι δε σου λένε άλλωστε όλοι; Για να το λένε, 2+2 μπορεί να κάνει τελικά 5. Για να το λένε…

Και με αυτό το παραμύθι, σε παίρνει ο ύπνος.

Κατεβάζεις ασφάλειες για να αποφύγεις την αύξηση της τάσης, ακόμα και εκεί που δεν περνάει πλέον ρεύμα.

Και είσαι καλά και απόψε.

—————————————————————————————-

Θεοδοσία Τσάτσου – Που Να ‘Σαι Τώρα

(Περνάνε όλα βιαστικά και με παρασέρνουν
Βασανισμένη μου καρδιά, μακριά μου σε παίρνει
Συνήθιζα να προσπερνάω, μα τώρα θυμάμαι
Τα πιο μικρά σου μυστικά, και να που φοβάμαι
Να μάθω τώρα να γελάω, να μάθω να χάνω,
να μάθω να σ’ αναζητάω, και να μη σε φτάνω

Πού να ‘σαι τώρα πού γυρνάς
γύρισε πίσω
Δε θέλω στα όνειρά μου μοναχά
πια να σε βρίσκω
)