Somewhere a clock is still trying to tick…

26 07 2009

Έχω πολύ λίγα πράγματα (με την έννοια του υλικού αγαθού) που μπορώ να πω πως αγαπάω. Πως με νοιάζει να μην πάθουν τίποτα.

Ένα από αυτά – και σίγουρα το πιο παλιό από αυτά – είναι το ρολόι τοίχου που είχα δίπλα στο γραφείο μου στο παλιο μου σπίτι. Δεν έχει καμία χρηματική αξία – είναι ένα παιδικό ρολόι τοίχου με τον Pink Panther. Και όμως, τα μεγαλύτερης αξίας πράγματα είναι τελικά εκείνα που δεν έχουν καμία απολύτως χρηματική αξία.

Το είχα πάντα στο δωμάτιο μου. Από την ώρα για να αρχίσω το διάβασμα, μέχρι την ώρα για να συναντηθώ με τους φίλους μου και αργότερα. την ώρα για να πάω στη δουλειά πάντα το εμπιστευόμουν. Έχει πέσει αρκετές φορές – μεγαλύτερη ζημιά, ήταν όταν με το σεισμό τον Σεπτέμβρη του 1999 έπεσε από τον τοίχο και σταμάτησε να λειτουργεί. Με δυο τρεις προσπάθειες, όμως ξαναπήρε τα πάνω του και άρχισε να δουλεύει ξανά. Ποτέ όμως δεν δούλεψε όπως πριν, ποτέ δεν ήταν «τέλειο» και «αψεγάδιαστο». Για την ακρίβεια, ποτέ δεν ξαναείπε την ώρα «ακριβώς», πάντα από τότε «στο περίπου» μου τη λέει. Χαχα.

Και όμως το κρατάω…

Το συμβουλευομαι περισσότερο και από το ρολόι του υπολογιστή μου που λέει την ώρα ακριβώς και συγχρονίζεται με τα μεγαλύτερης ακριβείας ρολόγια του πλανήτη.

Έπεσε κάτω και έγινε κομμάτια, χιλιάδες μικροί τροχοί και βίδες. Και όμως, με το χρόνο του και την κατάλληλη φροντίδα ξαναλειτούργησε. Δεν ήταν ποτέ πια το ίδιο – ήταν και είναι κάτι λιγότερο από τέλειο, κάτι λιγότερο από ολόκληρο – αλλά συνεχίζει να υπάρχει. Πού και πού χάνει κάποια δευτερόλεπτα, μερικέ φορές ακόμα και λεπτά ή ώρες. Και το κάνει σε ανύποπτο χρόνο, σαν πληγές που κλείνουν για λίγο αλλά περιμένουν πάντα την κατάλληλη στιγμή για να αρχίσουν να αιμοραγούν ξανά.

Το εμπιστεύομαι και το αγαπάω γιατί αυτό το ρολόι είμαι εγώ.

Όπως εκείνο, έτσι κι εγώ μετά την δική μου πτώση, νιώθω πως έχασα κάποια πράγματα. Σαν να βγήκαν από τη θεση τους κάποιοι τροχοί, σαν να ξέχασα κάποια πράγματα. Και όσο και να λέω πως οι πληγές θα επουλωθούν, όπως και εκείνο, μερικές φορές νιώθω πως «χάνω», πως στη θέση του κενού που νιώθω θα έπρεπε να υπάρχει ένα συναίσθημα.

Όπως εκείνο, ξέρω πως δε θα γίνω ποτέ ξανά «όπως πριν», πως πάντα θα χάνω και εγώ μερικά δευτερόλεπτα σε ανύποπτο χρόνο, πως πάντα θα βρίσκομαι κάπου ανάμεσα στην φθορά και την αφθαρσία.

Αλλά δεν πειράζει…

Ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος για την τελειότητα. Αρκεί να μάθεις και να αγαπήσεις τις ατέλειές του, να τις αγκαλιάσεις και να προσπαθήσεις να γιατρέψεις τις πληγές του. Η προσπάθεια και μόνο είναι αρκετή – δε χρειάζεται πάντα να τα γιατρεύεις όλα, γιατί μερικά πράγματα απλά «είναι» και δεν φτιάχνονται.

Θα έρθουν στιγμές που οι άνθρωποι θα σου πούνε «παράτα τα μωρε, τι προσπαθείς; είναι αδικος κόπος η προσπάθειά σου». Ασε τον υπόλοιπο κόσμο να μιλάει για αψεγάδιαστες εικόνες και τέλεια πράγματα.

Η αγάπη κρύβεται στα πιο ατελή πλάσματα και πράγματα, γιατί αυτά γνωρίζουν καλύτερα από όλους τι θα πει φθορά και τι κουβαλαέι αυτή μαζί της.





While you are sleeping…

23 07 2009

Ε.,

Με ρώτησες προχτές, όταν ξύπνησες και με βρήκες να σε κοιτάζω, πόση ώρα έχω ξυπνήσει και γιατί δε σε ξύπναγα και εσένα για να μην κάθομαι στο σκοτάδι μόνος.

Σε αυτό το blog γράφω ό,τι σκέφτομαι, ό,τι νιώθω και ό,τι με πονά ή με γιατρεύει. Γράφω όσα δε μπορώ ή δε θέλω να πω στους ανθρώπους γύρω μου. Κάποια μέρα θα διαβάσεις αυτό το blog (όταν πλέον -με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο – δε θα έχουν πια καμία ουσία όλα αυτά) και ίσως τότε να καταλάβεις πολλά από τα πράγματα που σε κάνουν να με κοιτάζεις με τα μάτια ορθάνοιχτα από απορία.

Ε, στη ζωή μου έμαθα πως ο σωστός τρόπος να σκέφτεσαι τα πράγματα είναι…ο πολύπλοκος. Για μένα τα πράγματα δεν είναι σχεδόν ποτέ άσπρα ή μαύρα, έχουν συχνά αποχρώσεις τους γκρίζου. Πριν πω μια λέξη ή πριν κάνω μια κίνηση, το σκέφτομαι χιλιάδες φορές με δεκάδες διαφορετικούς τρόπους. Μη ρωτήσεις γιατί, δεν ξέρω να σου απαντήσω.

Αυτό που οι άλλοι άνθρωποι λένε ένστικτο και βασίζουν αποφάσεις ζωής και καριέρας πάνω του, εγώ το έχω βάλει για ύπνο χρόνια τώρα. Και φοβάμαι πως δε θα ξυπνήσει ποτέ ξανά.

Με αυτόν τον τρόπο επιβίωσα και ξέροντας κάποια πράγματα για μένα, νομίζω πως καταλαβαίνεις το γιατί ήταν απαραίτητο για να επιβιώσω. Δεν ήταν ουσιαστικά επιλογή. Σπάνια στη ζωή μου είχα την πολυτέλεια να επιλέξω. Συνήθως απλά έπρεπε να συνηθίσω και να μάθω να ζω με τις καταστάσεις που με περιέβαλαν.

Όταν μου λες «σ’αγαπώ» το ξέρω πως σε κοιτάζω σαν εξωγήινος που κατέβηκε από τον Άρη και προσπαθεί να καταλάβει τα λόγια σου. Εγώ όμως έμαθα να φιλτράρω και να συνεχίζω. Να σκέφτομαι το παραμικρό ξανά και ξανά ώστε να νιώθω καλυμμένος, πως τα είδα τα πράγματα από όλες τους τις πλευρές πριν απαντήσω.

Κάθομαι και σε κοιτάζω όταν κοιμάσαι, ναι.

Σκέφτομαι όταν σε κοιτάζω το πόσο εύθραυστη είναι η λέξη «ευτυχία». Πιστεύω πως η ζωή είναι ένα ψηφιδωτό στιγμων. Μαύρες πέτρες για τα άσχημα και άσπρες για τα καλά.

Σκέφτομαι πως ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να μη ζει ποτέ την ευτυχία, παρά μονάχα σαν ανάμνηση. Όταν ζεις τη «λευκή σου πέτρα», δεν το καταλαβαίνεις ποτέ, ή τουλάχιστον δεν καταλαβαίνεις ποτέ πόσο ευτυχισμένη ήταν εκείνη η στιγμή. Πως μπήκε για πάντα στο ψηφιδωτό της ζωής σου. Ακόμα όμως και να το καταλάβεις, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις ώστε να διασφαλίσεις πως η ευτυχία θα αντέξει. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη δυστυχία στη ζωή: να προσπαθείς μάταια να ξαναχτίσεις μια στιγμή που ήρθε και πέρασε.

Οπότε παγιδεύεσαι ανάμεσα στην άγνοια της στιγμής και στην προσπάθεια να την ξαναζήσεις και καπου εκεί χάνεις το νόημα της ευτυχίας. Η ευτυχία δε θέλει προσπάθεια. Έρχεται σε ανύποπτο χρόνο, όπως και όποτε θελήσει εκείνη: σε έναν απογευματινό καφέ με την παρέα, σε μια παρτίδα χαρτιά, σε μια ωραία μέρα στη δουλειά, βλέποντας μια ταινία, όταν σε κοιτάζω να κοιμάσαι… Είναι τόσο μικρές και όμως τόσο δύσκολες οι στιγμές που νιώθεις πραγματικά ευτυχισμένος.

Και φοβάσαι.

Πως μπορεί όλο αυτό που νιώθεις να είναι πολύ για σένα. Πως το μέλλον είναι μια ηλίθια επινόηση του ανθρώπου για να αποφεύγει να ζήσει το σήμερα. Πως δε ζεις την ευτυχισμένη σου στιγμή όπως θα έπρεπε, στο φουλ της. Και ξεχνάς πως δε μπορείς να πιέσεις τα συναισθήματα ούτε να «ενισχύσεις» την καρδιά σου να χαρεί πιο έντονα τη δεδομένη στιγμή.

Γι’αυτό σε κοιτάζω όταν κοιμάσαι.

Γιατί φοβάμαι. Φοβάμαι πως δε θα είναι πάντα έτσι. Όχι, δε φοβάμαι. ΞΕΡΩ πως δε θα είναι πάντα έτσι και δε θέλω πια στη ζωή μου να ξέρω πράγματα. Θέλω να ζήσω μια φορά με την αγνότητα και την μαγεία της παιδικής ηλικίας που δεν έζησα. Να ζω τη στιγμή και να μη με νοιάζει το μετά. Αλλά δεν μπορώ πια ούτε αυτό να κάνω…

Σε κοιτάζω για να αιχμαλωτίσω τη στιγμή που ξέρω πως δε θα ξανάρθει. Σε κοιτάζω γιατί δεν μπορώ να κάνω τίποτα ουσιαστικό για να εξασφαλίσω πως θα σε κοιτάζω και αύριο. Με τα ίδια μάτια, με την ίδια λαχτάρα και με τον ίδιο πόθο.

Γιατί φοβάμαι πως είμαστε μονάχα προσωρινές ευτυχίες που συνυπάρχουν μέχρι να έρθει της άλλης μέρας το πρωί.

Σ’αγαπώ και ας φοβαμαι να στο πω,

Nam3l3ss

————————————————————————-

Alanis Morissette – No Pressure Over Cappuccino (You will learn to lose everything, we are temporary arrangements…)





Máquina del Tiempo

22 07 2009

Υπάρχουν φορές που θα ήθελα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, τότε που ήμουνα ευτυχισμένος.

Και υπάρχουν, πάλι, φορές που θα ήθελα να ταξιδέψω στο μέλλον, για να δω αν ποτέ τα πράγματα ξαναγίνονται καλά, αν το μέλλον ξεκαθαρίζει όσα είναι θολά στο παρόν, ή αν τα αφήνει αιώνια να κρέμονται σαν μισοτελειωμένες ρήσεις.

Όταν θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω, εύχομαι να μπορούσα να το κάνω διατηρώντας τις σημερινές μου εμπειρίες, όντας ο άνθρωπος που είμαι σήμερα. Να γυρίσω πίσω στα λάθη μου, όχι απαραίτητα για να τα διορθώσω, ίσως απλά και μόνο για να καταλάβω γιατί τα έκανα γιατί ο χρόνος είναι σφουγγάρι και σβήνει τις δικαιολογίες και τα ελαφρυντικά τόσο καλό που σχεδόν τα ξεχνάς παντελώς και ο ίδιος. Να επισκεφθώ ξανά τα μέρη που έβλεπα σαν παιδί, να ξαναμιλήσω με τους ανθρώπους που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έφυγαν από τη ζωή μου. Να βρω τελικά, που ξεκίνησα να χάνω τον εαυτό μου και πού σταμάτησα να αγαπώ το παρόν.

Αν θα έμπαινε στη λογική του να διορθώσω λάθη;

Δεν είναι πολλά αυτά που μετανιώνω, ειλικρινά. Μονάχα είναι που όσα πραγματικά μετανιώνω έχω χάσει πια κάθε πιθανότητα να τα κάνω και πάλι σωστά.

Είναι αλήθεια αυτό που είχε πει κάποτε ο Oscar Wilde, ότι συχνά η πραγματική ζωή κάποιου είναι αυτή που δεν έζησε.

Και δεν είναι αυτά που έκανες που σε πληγώνουν πιο πολύ – άλλωστε όσα καλά σου συνέβησαν είναι πολεμοφόδια και όσα κακά είναι εκπαίδευση, είναι αυτά που δεν έκανες που σε τσιγκλάνε τα βράδια πριν κοιμηθείς.

Κοιτάς τους τοίχους γύρω σου και αναρωτιέσαι αν αυτό είναι το μέρος που η ζωή σε οδήγησε ή το μέρος που την οδήγησες εσύ.

H ζωή είναι ένα παιχνίδι. Ξεκινάς χωρίς να το επιλέγεις και παίζεις. Η τύχη σε οδηγεί σε δρόμους και σταυροδρόμια. Εσύ επιλέγεις. Και ζείς με τις επιλογές αυτές.

Και μετά έρχεται το μέλλον…

Με χιλιάδες χρώματα και αστραφτερές γιρλάντες το περιμένεις να έρθει γιατί είναι η ανταμοιβή που περιμένεις χρόνια να έρθει. Και όταν έρθει είναι πάντα έναν τόνο λιγότερο λαμπρο απ’όσο το φανταζόσουν, απ’όσο έμοιαζε πως είναι από μακριά.

Και πάλι όμως σε εξιτάρει το άγνωστο που υπόσχεται γιατί η μικρή φωνούλα μέσα σου ψιθυρίζει πως μπορεί να μην πάνε πάλι όλα στραβά, μπορεί αυτή τη φορά να βρεις το δικό σου δρόμο.





False Prophets

22 07 2009

Προσπαθείς…

Ξεκινάς και προσπαθείς…

Αρχίζεις να μειώνεις τις απαιτήσεις, να κατεβάζεις τα standards, να χαμηλώνεις τον πήχη. Γιατί μερικά πράγματα στη ζωή είναι σαν το πιο τρελό σου όνειρο: είναι εκθαμβωτικά όμορφα, αλλά ποτέ δε θα γίνουν αληθινά. Οπότε συμβιβάζεσαι και ξεκινάς.

Και έπειτα βρίσκεις ανθρώπους που καλύπτουν τα νέα «κατεβασμένα» standards.

Και νομίζεις πως έγινε θαύμα!

Τι χαζό;

Σαν να πηγαίνεις με 5km/h και να χαίρεσαι που δε σκοτώθηκες όταν συγκρούστηκες με τον τοίχο.

Και μετά αρχίζεις να συγχωρείς και να δικαιολογείς. Να ρίχνεις το φταίξιμο για συμπεριφορές στην «άγνοια», την «ανωριμότητα» και τον «εγωισμό». Και οι λέξεις αυτές να αποκτούν άλλη χροιά, σχεδόν να ακούγονται σαν νανούρισμα, ένα τραγούδι για να κοιμήσεις τους φόβους σου σε μια ηλίθια νάρκη. Και έπειτα πέφτεις στην παγίδα που έστησες στον εαυτό σου: χαμένος ανάμεσα στο «δεν πειράζει» και το «πειράζει» να μετράς καλές και κακές στιγμές και να ζυγίζεις ευτυχία και απογοήτευση, και να βγαίνει πάντα μείον στο ζύγι.

Και εσύ να λες στον εαυτό σου «οι άνθρωποι είναι πλάσματα της συνήθειας» και να ρίχνεις το φταίξιμο στον εαυτό σου και μόνο εκεί γιατί μέχρι εκει μπορείς.

«Όταν σε έναν άνθρωπο μάθεις να περπατάει, δεν αργεί η στιγμή που θα τρέξει και θα γίνεις μακρινή ανάμνηση»

Και να φοβάσαι να πεις «βοήθεια» γιατί δεν ξέρεις απ’ το πηγάδι που έχεις πέσει αν θα ακούγεται μέχρι στην κορυφή η φωνή σου. Μα πιο πολύ να φοβάσαι πως οι άνθρωποι γύρω σου θα το ακούσουν και δε θά’ρθουν. Τι είναι πιο δύσκολο; Να ζητάς σωτηρία και να μη σε ακούει κανείς ή να ζητάς λύτρωση και να μη θέλει κανείς να το ακούσει;

Ίσως οι άνθρωποι τελικά να είναι αυτό που είναι και τίποτα περισσότερο. Ίσως μερικές φορές τα ελαφρυντικά και οι δικαιολογίες να είναι απλά φασαρία και σπατάλη στο σάλιο. Ίσως μερικές φορές οι λέξεις να μην κρύβουν πληγές, βαθύτερα νοήματα και κρυμμένα «αχ». Ίσως, μερικές φορές, ό,τι ακούγεται να είναι μονάχα η άσχημη αλήθεια που απλά δε θέλεις να δεχτείς.

Και ύστερα πέφτεις κάτω. Γιατί πάλι δεν υπολόγισες σωστά, δε μέτρησες τα πράγματα όπως ήταν. Δεν έβλεπες όχι γιατί δεν μπορούσες, αλλά γιατί δεν ήθελες να δεις. Γιατί φοβόσουν πως θα μείνεις μόνος. Τι είναι πιο οδυνηρό; Η μοναξιά χωρίς ανθρώπους ή η μοναξιά με χιλιάδες ανθρώπους;

Και τα βάζεις με τον εαυτό σου. Γιατί είχες πει «ποτέ πια» και πάλι τα ίδια έκανες.

Και η ζωή είναι κύκλος και ξανάρθες πάλι στην αρχή και πρέπει πάλι να ρίξεις τα standards σου, να διαλύσεις τον πήχη και να αρχίσεις το ψάξιμο. Και αυτή τη φορά είναι χειρότερο από πριν. Γιατί δε σε πρόδοσαν μονάχα, πρόδοσες και εσύ τον εαυτό σου που έδωσες υποσχέσεις που δεν κράτησες.

Στη ζωή μου λέω πως κρατάω «πισινή» και πως με αυτόν τον τρόπο θα πονέσω λιγότερο όταν πέσω.

Γιατί όμως και πάλι αισθάνομαι εγώ ο μαλάκας;

Α.,

Δε θα σε κατηγορήσω για τίποτα. Εσύ ήσουν ξεκάθαρη από την αρχή και όλα όσα έκανες φώναζαν «εγωισμός» και «αχαριστία». Τον εαυτό μου κατηγορώ που σε πίστεψα όταν έλεγες το «φίλοι μέχρι το τέλος», «οικογένεια» και «αγάπη αληθινή». Εσύ ήσουν απλά…εσύ και δεν μπορείς να κατηγορήσεις τους ανθρώπους που είναι αυτό που είναι. Σε ευχαριστώ όμως. Με έκανες να καταλάβω πως μερικές φορές δε χρειάζονται δικαιολογίες ούτε πρέπει να περιμένεις το τέλος για να το πεις. Όταν βλέπεις το τρενο να ‘ρχεται, σήκω από τις ράγες. δε φταίει το τρένο που τρέχει, φταις εσύ που είσαι στο δρόμο του.

Ολόκληρη η ζωή, είναι ένα μεγάλο, κουραστικό και μερικές φορές οδυνηρό μάθημα.

Πως το λένε εκείνο το βιβλίο;  «Να ζεις. Να Αγαπάς. Και να μαθαίνεις.»

Και μαζί σου τα έκανα όλα αυτά.

Τι κρίμα…





Loving in a glass house

20 07 2009

Λίγους μήνες πριν, είχα γράψει ένα post για τον φίλο μου τον Χ. Δε θα ξαναγράψω ολόκληρη την ιστορία του, γιατί όπως είχα πει και τότε, δεν έχει και πολύ σημασία. Θα ξαναγράψω μονάχα όσα είναι απαραίτητα για να καταλάβετε τι θέλω να πω:

Ο Χ. είναι gay. Χωρίς να το ξέρει σχεδόν κανείς ζούσε μισή ζωή περιμένοντας κάποιον να του γκρεμίσει τους τοίχους. Και έπειτα…ήρθε ο Κ. Κεραυνοβόλος έρωτας, με αστράκια και πεταλούδες. Ο Κ. αρχικά δεχόταν το γεγονός πως ο Χ. δε νοιώθει έτοιμος να αποκαλύψει την πραγματικότητα στους ανθρώπους γύρω του. Τελικά, αυτός ήταν και ο λόγος του χωρισμού τους.

Με τον Χ. μιλάγαμε σε τακτά χρονικά διαστήματα. Μου έλεγε πάντα πόσο του λείπει ο Κ., πως χωρίς εκείνον νιώθει πως κάνει πράγματα μονάχα γιατί έτσι δε θα τον σκέφτεται, πως θέλει μια μέρα να ξυπνήσει και να μην τον σκέφτεται, να τον έχει ξεχάσει για πάντα, γιατί μερικές φορές οι καλές στιγμές γίνονται υπέροχες αναμνήσεις αλλά υπάρχουν και φορές που οι αναμνήσεις -καλές ή κακές – ξυπνάνε συναισθήματα και αναδύουν αρώματα που δε μπορείς να αντιμετωπίσεις.

Λίγο καιρό πριν ο Χ. αποφάσισε να πει στους ανθρώπους που θεωρούσε πως έπρεπε να ξέρουν, ότι είναι gay.

Μέχρι και σήμερα, δεν ξέρω αν το έκανε γιατί κατάλαβε πως το να ζεις στο ψέμα και το φόβο είναι σα να ζεις σε μια φυλακή ή αν μέσα του ήλπιζε πως αυτό θα γκρέμιζε τα εμπόδια που χώριζαν εκείνον και τον Κ. Μια καλοκαιρινή ημέρα, λοιπόν, το ανακοίνωσε στους γονείς του, στον αδερφό του και σε κάποιους φίλους του. Εννοείται πως η αρχική αντίδραση ήταν αποκαρδιωτική: η μητέρα του έβαλε τα κλάματα, ο πατέρας του από εκείνη την ημέρα τον αγνοεί και κάποιοι από τους φίλους του χάθηκαν σε δήθεν «δουλειές» και «τρεχάματα». Μονάχα ο αδερφός του αντέδρασε με κατανόηση: το βράδυ της ημέρας που του το ανακοίνωσε, πήγε στο δωμάτιό του, και του έδωσε μονάχα μια παλιά φωτογραφία τους που είναι οι δυό τους παιδιά και ένα φιλί στο μέτωπο. Και δεν είπε ούτε μία λέξη.

Δεν είναι τρομακτικό πώς μερικές φορές η σιωπή τα λέει όλα; Σε έναν φλύαρο κόσμο, πως γίνεται άραγε μια εκκωφαντική σιωπη να αρκεί για να επουλώσει πληγές και να αποτελέσει την μεγαλύτερη ένδειξη αποδοχής και αγάπης;

Μετά από αυτό ο Χ. έστειλε ένα μήνυμα στον Κ. Του έγραφε πως είναι πια ελεύθερος και πως αν θελήσει ποτέ να πάνε για έναν καφέ, έχει πολλά που οφείλει να του πει. Όταν τελικά βρέθηκαν, ο Χ. ευχαρίστησε τον Κ. και του είπε πως αν θελήσει κάποια στιγμή να είναι μαζί ξανά, εκείνος πάντα θα είναι εκεί. Ο Κ. το ίδιο βράδυ έστειλε απλά ένα «σ’αγαπάω ακόμα».

Και η ζωή γύρισε στους παλιούς της ρυθμούς.

Όλο αυτόν τον καιρό ο Χ. με άκουγε να του μιλάω για την κοπέλα μου, για το πόσο ευτυχισμένος είμαι και μου ζητούσε συνεχώς να τη γνωρίσει.

Προχθές συναντηθηκαμε οι τέσσερείς μας στο Θησείο. Τι όμορφο που είναι το Θησείο αυτή την εποχή;

Μιλήσαμε, γελάσαμε και θυμηθήκαμε πράγματα. Ο Χ. και ο Κ. συμπάθησαν αμέσως την Ε. Το ίδιο και εκείνη. Η συζήτηση ήταν φυσική, χωρίς τους δισταγμούς και τις ανασφάλειες της «πρώτης γνωριμίας».

Και όμως κάτι δεν ήταν σωστό…

Ο Χ. και ο Κ. ήταν πολύ ψυχροί ο ένας στον άλλο. Μιλούσαν και ήταν λες και ακούμε ένα ζευγάρι παντρεμένο που η καθημερινότητα το έχει φθείρει σε τέτοιο σημείο που να έχουν προ πολλού ξεχάσει το γιατί είναι ακόμα μαζί. Παλιότερα μιλούσαν και συμπλήρωνε ο ένας τον άλλο. Τώρα μιλούσαν και προσπαθούσαν να καλύψει ο ένας τη φωνή του άλλου. Παλιότερα κοιτούσε ο ένας τον άλλο και σπίθες έβγαιναν από τα μάτια. Τώρα, κοιτούσε ο ένας τον άλλο και δεν υπήρχε τίποτα.

Φεύγοντας, η Ε. με κοίταξε, με φίλησε και μου είπε «Δε θέλω ποτέ να γίνουμε έτσι. Αν είναι να τελειώσει, ας τελειώσει πριν φτάσουμε εκεί.»

Και έπειτα σκεφτόμουν σε όλο το δρόμο του γυρισμού.

Η φθορά…

Τι μπορεί να κάνει η φθορά σε πράγματα, ανθρώπους και αισθήματα.

Η σχέση τους ειχε τελειώσει. Τώρα πια δεν υπήρχε κανένας λόγος για να είναι μαζί. Ίσως να μην ήταν η αγάπη ποτέ αρκετή. Ίσως να μην υπήρξε ποτέ. Ίσως πάλι να άλλαξε μορφή – γιατί, το πιστεύω, η αγάπη δε χάνεται, απλά αλλάζει – και να έγινε σκουριά. Κανείς από τους δύο δεν το έβλεπε, ίσως γιατί κανενας από τους δύο δεν ήθελε. Πάντως το φάντασμα αυτου που υπήρξε, πλανιώταν πάνω από τα κεφάλια τους σαν δήμιος με ακονισμένο τσεκούρι.

Ίσως, αυτή να είναι η πιο τρανή απόδειξη πως όλες οι αγάπες – gay, straight- για οποιοδήποτε λόγο, κάποια στιγμή αλλάζουν και γίνονται σκουριά ή γλυκιά ανάμνηση. Πάντα λέω πως πρέπει να θάβεις τους νεκρούς σου, να θρηνεις όσα έχασες τόσο όσο αξίζουν μέσα σου. Όταν όμως σηκωθείς από το θρήνο, να πεις στον εαυτό σου «τελείωσε».

Σήμερα με πήρε ο Χ. και μου είπε πως περάσανε υπέροχα και μου ζήτησε συγνώμη για τον εκνευρισμό τους. Μου βρήκε μια δικαιολογία του σωρού για να με πείσει πως όλα είναι καλά. Ίσως πάλι να προσπαθούσε μάταια να πείσει τον εαυτο του πως όλα είναι καλά. Το δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη και τον καληνύχτισα. Κανείς δεν μπορεί να σου στερήσει το δικαίωμα να ζεις σε έναν γυάλινο κόσμο, άλλωστε. Μονάχα που όταν το γυαλί σπάει, πονάει πολύ περισσότερο από το να προσπαθήσεις να γλιστρήσεις από τις ρωγμές του.





Frenemy

17 07 2009

Μια φίλη μου έχει μια ατάκα που χρησιμοποιεί πολύ συχνά και κάθε φορά που το κάνει, με κάνει να πέφτω κάτω από τα γέλια. Όποτε συμβεί κάτι που θεωρώ άκυρο/κουφό παίρνει μια έκφραση απελπισμένης απορίας και λέει «Μα τι κουλοοοοοοοο;»

Τη θυμήθηκα σήμερα, όταν βρέθηκα να συζητώ με έναν γνωστό μου και να λέω την άποψή μου σε ένα δικό του θέμα που είναι ειρωνικό πόσο ίδιο είναι με μια αντίστοιχη κατάσταση που ζω εγώ αυτή την περίοδο.

Στη ζωή επιλέγεις ορισμένους ανθρώπους.

Τους ξεχωρίζεις από το πλήθος και τους βάζεις στην καρδιά σου – ή μάλλον καταφέρνουν να τρυπώσουν από τις ρωγμές που έχουν αφήσει τα τέρατα με τα οποία έχεις παλέψει, στην καρδιά σου – και τους αγαπάς. Δεν τους αγαπάς γιατί περιμένεις από εκείνους να σου χαρίσουν τα αστέρια. Τους αγαπάς απλά γιατί κάθε στιγμή που περνάς μαζί τους είναι μια βόλτα στα αστέρια.

Τους σκέφτεσαι αυτούς τους ανθρώπους και τους βάζεις στα όνειρά σου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για έναν άνθρωπο από το να μπαίνει στα όνειρα και τα σχέδια ενός άλλου ανθρώπου. Αυτή είναι η πραγματική αγάπη – να σκέφτομαι το μέλλον μαζί με εσένα. Τους αγαπάς αυτούς τους ανθρώπους και στις δύσκολες στιγμές τους είσαι εκεί όχι επειδή αυτό «είναι δεδομένο» (γιατί στη ζωή δεν είναι δεδομένο ούτε ότι ο ήλιος θα βγει από την ανατολή), όχι γιατί «είσαι υποχρεωμένος» αλλά γιατί τους πονάς και ξέρεις πως δε θα είσαι ούτε και εσύ καλά όσο δεν είναι αυτοί καλα.

Τους φίλους σου τους δέχεσαι όπως είναι. Με την αγκαλιά και την αναποδιά τους, με τον αγάπη και τον εγωισμό – με όλα εκείνα τα συστατικά που μαζί αποτελούν έναν ανθρωπο. Οι σχέσεις είναι ένας διαρκής πόλεμος. Με τον φίλο, με τον άσχετο που ζηλεύει και θα προσπαθήσει να καταστρέψει ό,τι ωραίο έχεις απλά επειδή μπορεί αλλά -κυρίως- με τον ίδιο σου τον εαυτό. Πρέπει να νιώθεις ότι οι φίλοι σου σε αγαπάνε γι’αυτό που είσαι και όπως είσαι αλλά αυτό δεν είναι το «ελευθέρας» σου για να τους πηδήξεις  επειδή ΜΠΟΡΕΙΣ. Το θέμα είναι να ξέρεις πως δείκτης μέτρησης για την αγάπη μπορεί να είναι το μέγεθος της καταστροφής που θα επιφέρει η απώλειά της σε έναν άνθρωπο αλλά αγάπη, πραγματική αγάπη είναι να ξέρεις πως μπορείς να καταστρέψεις έναν άνθρωπο με μια σου λέξη και εσύ να ξεχνάς για πάντα αυτή τη λέξη.

Οι πραγματικοί φίλοι θα ανεχτούν πολλά. Τις παραξενιές, τις ιδιοτροπίες, τα κολλήματα και τις απαιτήσεις σου. Αυτό όμως δε σου δίνει το δικαίωμα σε καμία περίπτωση να σταματήσεις να προσπαθείς να καταπολεμήσεις όλα αυτά.

Οι φίλοι θα είναι εκεί για να σε ακούσουν.Θα ξενυχτήσουν με ποτό και τσιγάρο, χωρίς να νοιάζονται που αύριο δουλεύουν 6 το πρωί, θα ψάξουν να σου βρουν τον πιο απίθανο τρόπο να σε κάνουν να νιώσεις καλά, ακόμα και αν αυτό σε εκείνους δε θα λέει τίποτα και ΠΟΤΕ δε θα αναφέρουν αυτά που έκαναν – επειδή έτσι ήθελαν – για εσένα ως «χάρη». Γιατί πολύ απλά στους φίλους δεν κάνεις χατίρια. Στους φίλους απλά δίνεις και ξέρεις πως όταν εσύ θα χρειάζεσαι, δε θα χρειστεί καν να ζητήσεις για να πάρεις.

Οι φίλοι σου δεν είναι σε καμία περιπτωση «κτήμα» σου. Δεν ειναι υποχρεωμένοι και δεν υπάρχει καμία δεδομένη αντίδραση – όλα γινονται γιατί έτσι νιώθουν και κάνουν. Όταν τους θεωρήσεις κτήμα σου, έχεις φτάσει στην αρχή του τέλους.

Οι φίλοι είναι άνθρωποι. Μπορεί να είναι οι άνθρωποί σου, αλλά δεν παύουν να είναι άνθρωποι που χρειάζονται να νιώθουν πως είσαι κάτι και για εκείνους. Οι μονόδρομες σχέσεις δεν οδηγούν ποτέ πουθενά. Όσο τους διώχνεις, τόσο θα φεύγουν μέχρι να φτάσουν στο σημείο να σου λένε το πιο σκληρό πράγμα για μια φιλία – ένα βεβιασμένο «γεια» στο δρόμο όταν συναντηθείτε τυχαία.

Η Maya Angelou είχε γράψει κάποτε πως «Οι άνθρωπoι θα ξεχάσουν τι είπες. Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν τι έκανες. Αλλά δε θα ξεχάσουν ποτέ πώς τους έκανες να νιώσουν«.

Και αυτό ισχύει περισσότερο απ’όλα για τους φίλους.

Γι’αυτό την επόμενη φορά που θα θεωρήσεις ένα φίλο δεδομένο, που θα πεις κάτι που ξέρεις πως μπορεί να τον πληγώσει, που θα κάνεις κάτι χωρίς να σκεφτείς πως μπορεί να νιώσει και που θα θεωρήσεις πως έχεις το δικαίωμα του «συγχωριέται» και όχι του «συγχωρείν»…ξανασκέψου το.

Και μην παίζεις με τη φωτιά. Γιατί η φιλία, γενικά, είναι γυάλινη. Είναι πανέμορφη και είναι ένα στολίδι. Ακόμα και να τη ρίξεις στο πάτωμα μπορεί να ραγίσει και να μη σπάσει. Αν όμως σπάσει, ακόμα και να την κολλήσεις ξανά, προσεκτικά και με υπομονή ποτέ δε θα είναι τόσο όμορφη και αψεγάδιαστη όσο πριν.

Αν σπάσει, αν πεθάνει μια φιλία, θάψε τη. Κλάψε και θρήνησέ τη όσο χρειάζεσαι. Θάψε τη με τις τιμές που της αξίζουν και έχε πάντα στην καρδιά σου ένα κομμάτι μονάχα για αυτή. Μην κουβαλάς όμως ποτέ μαζί σου σκιές ανθρώπων που πληγωσες και απογοήτευσες. Οι σκιές και να θέλουν δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα μέσα από την καρδιά τους, γιατί απλά δεν μπορούν πια.

Το να φτάνεις στο χείλος του γκρεμού και να είσαι μόνος, είναι ένα από τα χειρότερα συναισθήματα στον κόσμο.

Το να φτάνεις όμως στο χείλος του γκρεμού και να είσαι μόνος χωρίς να υπάρχει κανενας που να μπορείς να κατηγορήσεις γι’αυτό, είναι απλά το χειρότερο πράγμα που μπορεί να νιώσει ο άνθρωπος.

Να προσέχεις.

Και να αφήνεις τον εαυτό σου στην πόρτα μερικές φορές. Δεν χάνεις την αξία σου όταν βάζεις κάποιους ανθρώπους πάνω από τον μικρό και κακομαθημένο εαυτουλη σου.

Μακάρι κάποτε να το μάθεις αυτό.

Μακάρι κάποτε να τα μάθεις όλα αυτά.

Nam3l3ss

————————————————————————-

Sia – Breathe Me ( Hurt/ myself again today/And/ the worst part is there’s no one else to blame…)





Ερωτικό, Pt II

7 07 2009

Ε.,

Περάσανε κιόλας 3 μήνες.

Και, παραδόξως, παρά τις προσπάθειες και τις συνεχείς μαλακίες μου, δεν κατάφερα να σε διώξω μακριά. Δεν έφυγες μια μέρα χωρίς να μου ξαναμιλήσεις ποτέ. Και αυτό με τρομάζει.

Μήπως τελικά το δικό σου σκοτάδι είναι πιο μεγάλο από το δικό μου;

3 ολόκληροι μήνες.

Γράφω τις λέξεις και θέλω να σου πω να χωρίσουμε, γιατί δε μπορώ να δεχτώ μέσα μου πως σε θέλω τόσο όσο και την πρώτη ημέρα. 3 μήνες για μένα, είναι μια ολόκληρη ζωή. Και εσύ επιμένεις να μπλέκεσαι καθημερινά στα δύχτια μου. Να με περιμένεις να γυρίσω από τη δουλειά, να με αγκαλιάζεις με την πρώτη ευκαιρία μα κυρίως…να μου γελάς.

Δε θέλω να φύγεις. Αν φύγεις, θα ξαναπέσω στα ίδια: δουλειά, ηλίθιες παρέες, χαζές συζητήσεις, τρέξιμο, μαλακίες… Αν φύγεις, θα με αφήσω μαζί σου. Νομίζω πως θα ζω λιγότερο δυνατά χωρίς εσένα στο πλάι μου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά έχεις μια τρομακτική επίδραση πάνω μου. Σε κοιτάζω και θέλω μονάχα αυτο.

Μαζί σου δεν παίζω παιχνίδια. Δεν χρειάζεται να κρύβομαι, να φτιάχνω τάχα μυστήρια, να κρατάω τους τύπους, να είμαι δίκαιος και συμπαθής, να συμπεριφέρομαι με βάση το τι θέλουν να ακούν και να βλέπουν οι άλλοι… Αν φύγεις, θα ξαναγίνω το ρομπότ που γνώρισες.

Συνεχιζω να σε μισώ το ίδιο όσο σ’αγαπώ. Δε νομίζω πως θα μπορέσω ποτέ να αγαπήσω αληθινά, αλλά εσύ είσαι όσο πιο κοντά θα φτάσω ποτέ στο Θεό.

Με έχεις μάθει πολλά. Και είμαι σίγουρος ότι τίποτα από αυτά δεν έγινε εσκεμμένα.

Με έμαθες πως ο εγωισμός δεν είναι καλό πράγμα. Με έμαθες πως το εγώ, μπορεί να γίνει εξίσου εύκολα εμείς και πως αγάπη είναι να μισείς ένα τραγούδι μα να το ψάχνεις σαν τρελός για να το βρεις να το ακούσω, πολύ απλά γιατί ξέρεις πως εμένα μου φτιάχνει τη διάθεση. Με έμαθες να μην ντρέπομαι για ό,τι νιώθω και πως η αγάπη είναι πολύ σπάνια για να την χαραμίζεις σε ψευτοζήλειες και μικρότητες. Με έμαθες, ακόμα, πως το σ’αγαπώ πρέπει να το λες στις πιο άκυρες στιγμές: όταν σε κοιτάζω να  διαβάζεις ένα βιβλίο και τα γυαλιά σου μου φαίνονται αστεία, όταν φτιάχνεις έναν καφέ και κάνεις χάλια την κουζίνα, όταν ξαπλώνεις στο κρεβάτι και μου λες καληνύχτα. Μου έμαθες πως το «σ’αγαπώ» είναι μονάχα δυο λέξεις αν δεν το εννοείς και πως πρέπει να τις ψελίζεις μονάχα όταν αγαπάς το σκοτάδι και του φως του άλλου.

Κοιτάζω τι έχω γράψει και αναρωτιέμαι ποιός τα γράφει όλα αυτά.

Όταν έχεις μάθει πως ο μόνος τρόπος για να επιβιώσεις είναι η οργή, ο θυμός, το μίσος και η απάθεια και έχεις εκπαιδεύσει τον εαυτό σου καλά σε όλα αυτά, είναι πολύ δύσκολο να ακούς τις φωνές στο κεφάλι σου να σου λένε πως υπάρχει κι άλλος δρόμος.

Θέλω μονάχα να μου κρατάς πάντα το χέρι σφιχτά.

Τίποτα άλλο.

Σε ευχαριστώ. Και σε μισώ όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.

——————————————

Χάρις Αλεξίου – Ερωτικό (Ας τα πει καλύτερα η Χαρούλα. Πάντα είχε πιο σοφό τρόπο να τα λέει από εμένα)