Ο Γενικός

27 02 2009

Είναι πολύ παράξενο πράγμα η μνήμη.

Σήμερα στο λεωφορείο ξαφνικά θυμήθηκα κάτι που…ποιά είναι η σωστή λέξη – σίγουρα όχι ξεχάσει… είχα βάλει σε ένα μικρό ντουλαπάκι στην άκρη του μυαλού μου. Ένα μικρό πραγματάκι που, λειτουργώντας ως domino, μου θύμισε άλλο ένα, και άλλο ένα και άλλο ένα μέχρι που το λεωφορείο ήταν ασφυκτικά γεμάτο (και ας ήταν άδειες οι μισές θέσεις) και αποπνυκτικά ζεστό (και ας έκανε απίστευτο κρύο).

Δεν είναι αστείο πράγμα η μνήμη;

Κάτι τέτοιες στιγμές σκέφτομαι πως ίσως και να υπάρχει Θεός – όχι απαραίτητα ο γνωστός, αλλά κάποιος τέλος πάντων που μας κοιτάει από ψηλά και ώρες-ώρες αποφασίζει να παίξει μαζί μας. Και αυτό γιατί ο άνθρωπος δε θα μπορούσε ποτέ να δημιουργήσει ποτέ ένα τόσο καλό σύστημα ασφαλείας όπως είναι η μνήμη.

Τι παράξενο πράγμα αλήθεια…

Σαν την άσφαλεια στο γενικό: μια ξαφνική αύξηση της τάσης και η ασφάλεια πέφτει για να μην καούν τα πάντα.

Έτσι είναι και η μνήμη. Πέφτει η ασφάλεια, για να μην καείς ο ίδιος.

Γιατί μερικά πράγματα στη ζωή μπορείς, με τον καιρό, να τα ξεχάσεις.

Άλλα μπορείς με να μάθεις να ζεις μαζί τους.

Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα – συνήθως μικρά, συνήθως το δέντρο μπροστά στο δάσος – που απλά δε θα σβηστούν ποτέ από τη μνήμη σου και δε θα μάθεις ποτέ να ζεις με τη θύμησή τους. Για αυτά θα πέφτει πάντα ο γενικός, θα κλείνει τα πάντα και θα τα ξαναβρίσκεις τις πιο ακατάλληλες, τις πιο άσχετες στιγμές. Σαν  πουλιά που ξεφεύγουν από το σμήνος.

Και εσύ κάθε φορά που θα τα θυμάσαι αυτά, θα συνειδητοποιείς πως όσα λες στον κόσμο – όσα λες και πολύ θα ήθελες να είναι απλά ψέματα, όσα λες και πολύ θα ήθελες να τα λες γιατί αισθάνεσαι πως κάπως έτσι θα έπρεπε να νιώθεις, κάτι τέτοιο θα περίμεναν και θα ήθελαν να ακούσουν οι γύρω – είναι δυστυχώς πέρα για πέρα αληθινά.

Και μετά θα σκέφτεσαι τα ψέματα που λες στους άλλους για αγάπες, ερωτες και ζωή που θα’ρθει.

Και για τα όνειρα που δήθεν κάνεις και για τις γιορτές που τάχα περιμένεις

Όταν ο γενικός ανέβει ξανά, τίποτα μα τίποτα δε θα λειτουργεί όπως παλιά.





Ένας Μεγάλος Κόσμος

25 02 2009

Σήμερα θα σας πω μια ιστορία.

Και όσο και να ‘θελα να υποστηρίξω ότι την κατέβασε η κούτρα μου, είναι περα για πέρα αληθινή.

Θα σας μιλήσω για έναν πολύ καλό μου φίλο, ας τον πούμε Χ.

Ο Χ. είναι gay.

Δεν το ξέρουν πολλοί δικοί του άνθρωποι και το γεγονός ότι παρόλα αυτά εμένα μου το εκμυστηρεύτηκε, με κάνει να νιώθω καλά. Ο Χ. δεν είχε κάνει ποτέ σχέση στη ζωή του, δεν είχε φιλήσει ποτέ, δεν είχε αγαπήσει ή ερωτευτεί ποτέ. Πώς θα μπορούσε άλλωστε αφού πάντα κάνει ότι μπορεί για να μην υποψιαστεί κανείς τίποτα για το ποιές είναι οι προτιμήσεις του.

Μια μέρα ίδια με χίλιες άλλες, με συναγερμούς οπλισμένους και ηλεκτροφόρους φράχτες πάντα στο Full ON, γνώρισε τον Κ.

Και ύστερα έπαψε να αισθάνεται μόνος στον κόσμο. Ήταν αυτό που εμείς οι «φυσιολογικοί» (sic)  θα λέγαμε «κεραυνοβόλος έρωτας». Τον γνώρισα και εγώ. Θυμάμαι το κοκκίνισμα στο πρόσωπο του Χ. όταν με ρώτησε αν θα με πείραζε να τον γνωρίσω. Θυμάμαι πως κοιταζόντουσαν στην καφετέρια που πήγαμε για να τον γνωρίσω. Θυμάμαι πως ώρες ώρες έμοιαζα να μιλάω μόνος μου, εκείνοι έδειχναν χαμένοι σε μια άλλη ήπειρο, πέρα για πέρα δική τους. Θυμάμαι και τα λόγια του Χ. όταν χωριστήκαμε και με γύρναγε σπίτι: «Τώρα καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι έχουν γράψει τόσα τραγούδια για την αγάπη. Γιατί όταν είσαι ερωτευμένος θυμάσαι πως είσαι ζωντανός».

Πέρασαν οι εποχές, η άνοιξη έγινε καλοκαίρι, το καλοκαίρι έγινε ένα γκρίζο φθινόπωρο και το φθινόπωρο έφερε το χειμώνα. Εκείνοι πάντα μαζί και πάντα μυστικά, γιατί ο κόσμος θα μίλαγε, θα έδιχνε με δάχτυλα και θα ψιθύριζε σε αυτιά. Μέχρι κάποια στιγμή ήταν κοινή απόφαση αυτή η σιωπή, τα ραντεβού σε άκυρα και ασφαλή μέρη, όπου δε θα τους ήξερε κανένας, οι βόλτες στα κρυφά από φίλους και συγγενείς και την αγάπη να σιγοκάει στο πίσω μάτι της κουζίνας του σπιτιού του Κ.

Ώσπου μια μέρα πριν λίγο καιρό,  ο Χ. ήρθε και με βρήκε με το βλέμμα που έχουν όλοι όσοι ξέρουν πως είναι χαμένοι από χέρι, πως είτε πάνε μπροστά είτε πάνε πίσω, ο γκρεμός είναι παντού.

Μου είπε πως ο Κ. του είπε πως δεν το αντέχει αυτό. Αυτό το «σε έχω, αλλά δε σε έχω», «σε αγαπώ, αλλά δεν πρέπει να σε αγαπώ». Του ζήτησε να διαλέξει: Ή τα λένε όλα ή χωρίζουν.

Αλήθεια, όταν αγαπάς κάποιον τον φέρνεις στον γκρεμό;

Μήπως τελικά αγάπη είναι να σε πηγαίνω στο χείλος και μετά να σε σπρώχνω, γιατί η θέα από εκεί ψηλά αξίζει την ελεύθερη πτώση;

Ο Χ. με ρώτησε τι να κάνω και εγώ του είπα να κάνει αυτό που τον κάνει ευτυχισμένο.

Αλλά αυτός δε με άκουσε…

Γιατί το να κυνηγάς την ευτυχία είναι τις περισσότερες φορές πιο επίπονο από το να δέχεσαι και να συμβιβάζεσαι απλά με τη δυστυχία.

Χώρισαν. O X. μαζεύει τα κομμάτια του από το πάτωμα, ο Κ. προσπαθεί να… σβήσει το μάτι της κουζίνας του που δε λέει να σταματήσει να σιγοκαίει.

Και μετά, όπως λέει και η Violet στο VfV, «there were no more roses. Not for anyone».

Η ιστορία είναι αρκετά μεγάλη. Θα καταλάβαινα πολλούς από εσάς αν δεν τη διαβάζατε. Δεν χρειάζεται να τη διαβάσετε. Να ξέρετε μονάχα ένα πράγμα που είναι και το μόνο που ήθελα να μείνει απο αυτή την ιστορία:

Η αγάπη είναι ένα πανηγύρι ενέργειας. Σπίθες στον αέρα και κομφετί στο πάτωμα. Και είναι εύθραυστη και πολύτιμη. Γιατί η αγάπη και η ευτυχία είναι στιγμές. Και δεν έχει σημασία με ποιόν ή πως τις ζεις. Δεν έχει σημασία αν ο κόσμος θα σε δεχτεί γι’αυτό. Αρκεί μονάχα να τις ζεις. Όταν τα φώτα σβήσουν και η αυλαία πέσει, είναι πάντα λιγότερο το κρύο όταν…σιγοκαίει το ματάκι της κουζίνας.

Και μετά οι άνθρωποι σου λένε για κατηγοροιοποιήσεις των ανθρώπων και αηδίες.

Πφφφ.

Η αγάπη δεν πέφτει σε κατηγορίες. Είναι μια κατηγορία από μόνη της.

Και ποιός καλύτερος λόγος για να αποδεκτείς ακόμα και αυτό που δε θεωρείς «φυσιολογικό».

Δεν είναι, άραγε, η αγάπη λόγος αρκετός;

———————————

Music for the ones that loved and then just… left the stove open

The Cinematic Orchestra – That Home ( This is a place where I don’t feel alone/This is a place that I call my home…. )

Stereo Nova – Ένας Μεγάλος Κόσμος (…και κάπως έτσι τελειώνει/ η ιστορία ενός ανθρώπου/ που ζητούσε αγάπη /στο τέλος του δρόμου





Καλός Καιρός/Μετακόμιση

9 02 2009

And so…I found my place.

Δεν είναι μεγάλο, 52 τετραγωνικά.

Αλλά δε βαριέσαι, το σημαντικό είναι ότι μπαίνει φως και ότι το φως αυτό είναι το δικό μου φως.

Δεν ξέρω ακόμα πότε θα μπορέσω να μετακομίσω (με τις εξεταστικές και τις δουλειές έχουν μείνει όλα πίσω – ακόμα δεν έχω βρει τα έπιπλα για να καταλάβετε!)

Αλλά είναι εκεί και με περιμένει πια.

Και ξαφνικά, σταμάτησα να βιάζομαι και να προσπαθώ να τα χωρέσω όλα σε ένα λεπτό. Ο χρόνος άρχισε να κυλά πιο αργά.

Ίσως να βρήκα το δικό μου «σταθερό» – που θα έλεγε και ο Desmond από το (I’ve jumped the shark) Lost.

Ίσως πάλι να μη βρήκα τίποτα.

Ο χρόνος θα δείξει.

Πάντα.

Όπως θα έχετε καταλάβει ήδη, κάνω ένα break μεγάλης διάρκειας.

Αλλά είμαι πάντα εδώ γύρω, σας διαβάζω και σας σκέφτομαι ακόμα και αν δεν τα λέμε πια συχνά.

Και θα επιστρέψω. Count on it.

🙂

—————————-

Music serving various purposes:

Kings of Leon – Use Somebody (… You know that I could use somebody…)

Matthew Herbert – (Nice Dream) (ft. Mara Carlyle) (…Now come home, now come home…)

DeVotchka – New World (…There’s this place/ that I know/ where they take everything slow… )