Το Κενό

2 07 2008

Ξεκινάς.

Μεγαλώνεις, με μια υποψία κενού που δεν ξέρεις πως κρύβεται μέσα σου. Που σε τσιγκλάει ώρες-ώρες μα δεν ξέρεις τι είναι. Και έτσι ρίχνεσαι με τα μούτρα σε ότι κάνεις, για να γεμίζεις τις σιωπές και για να θολώνεις τα νερά σε αυτούς που βλέπουν πίσω από τα γέλια, στο πρόσωπό σου που μοιάζει με μισοτελειωμένο παζλ.

Και μετά  βρίσκεις μια δουλειά, για να γεμίζεις τις βουβές ώρες και με τα χρήματα από αυτή να εξαγοράζεις το κενό σου.

Κ έπειτα βρίσκεις κάποια να κοροϊδεύεις (τον εαυτό σου πιο πολύ από εκείνη) πως αγαπάς και πως σε νοιάζεται και αυτή, για να καλύψεις το κενό στη δύστροπη, μερικές φορές μελαγχολική καρδιά σου.

Και ύστερα είναι και αυτό το κενό στο κρεβάτι σου, που παραμένει πάντα απελπιστικά γυμνό όσα κορμιά και αν περάσανε (και αν περάσουνε) από πάνω του. Να μεγαλώνεις εσύ και να μικραίνουν τα σίδερα και το στρώμα.

Και μετά, ψάχνεις να βρεις νέους φίλους γιατί νομίζεις πως τελικά εκεί είναι το κενό που χάσκει και σε ρουφάει στο βυθό του. Και γελάς με νέες παρέες, σου φαίνονται όλα αστραφτερά καινούργια και ενδιαφέροντα. Μέχρι να έρθει και πάλι το σκοτάδι να γελάσει μαζί σου που νόμιζες ότι το ξεγέλασες, ότι του κρύφτηκες χωρίς ελπίδα να σε ξαναβρεί και ότι τα πράγματα αρχίζουν να αποκτούν χρώμα.

Κ αργότερα έρχεται ένα πρωί, ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό που έχει ξανάρθει και θα ξαναρθεί και εσύ να κάνεις το πρώτο τσιγάρο της μέρας, με μια γουλιά καφέ που η μέρα ζέστανε και δεν πίνεται πια. Και εσύ να ψάχνεις στον πάτο το κενό, γιατί είναι ύπουλο το γαμημένο και κρύβεται παντού: στα μέρη που αγάπησες και στους ανθρώπους που άφησες, στις αγαπημένες σου συνήθειες και στις γιορτές που ξέχασες να γιορτάσεις.

Και ύστερα κοίταξα μέσα μου.

Και εκεί το βρήκα μια μέρα να με κοιτά στα μάτια και να με ρουφάει ολόκληρο μέσα του. Μέσα του και πιο βαθιά μέσα μου. Και ανακάλυψα πως όλα τα κενά μου είναι πάντα αυτό το ίδιο κενό και έφτασα στην πηγή του και είδα ότι ήσουν εσύ.

Εσύ.

Με τις χιλιάδες ξεκούρδιστες κιθάρες στα λόγια, εσύ με τις κρυφές υποσχέσεις σου και τα όνειρα που δεν πρόλαβαν να σκουριάσουν.

Εσύ, παρέα με τη φρικτή αλήθεια μου: πως δε θυμάμαι πια τα τελευταία σου λόγια.

Να ψάχνω στο βάθος του μυαλού και να θυμάμαι μυρωδιές σου, τραγούδια που τραγούδαγες. χορούς που χόρευες, δάκρυα που δάκρυζες…

Και να μη θυμάμαι τις τελευταίες μας λέξεις.

Είναι τόσο χαιρέκακα ειρωνικό πως μια τόσο φλύαρη ζωή θα έβρισκε το κενό της στην έλλειψη λίγων λέξεων, μα όταν μαθαίνεις στα λίγα πονάει τόσο πολύ όταν ο χρόνος στα κλέβει και αυτά.

————————

AaRON – U-Turn (Lili) (…you know it’s not the wings that make the angel….don’t become a ghost without no colour/cause you’re the best paint life ever made…)

Advertisements

Ενέργειες

Πληροφορίες

2 Σχόλια

2 07 2008
bereniki

:*

3 07 2008
lucinta

Εξαιρετικό κείμενο! Όσα αποφεύγω συχνά να σκεφτώ, όλα συμπυκνωμένα σε μερικές γραμμές … 😦

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: