Ο Απόλυτος Κύκλος

23 06 2008

Σήμερα, θα σας πω μια ιστορία.

Θέλω να δείτε πως η ζωή ειναι ένας ολοστρόγγυλος και γεωμετρικά τέλειος, κύκλος.

Δεν έχει αρχή και δεν έχει τέλος, δεν έχει θύματα και θύτες, δεν έχει εκτός και εντός και , δυστυχώς για όσους νομίζουν πως είναι υπεράνω όλων, δεν έχει νικητές και ηττημένους. Έχει μονάχα συνεχείς αλλαγές των θέσεων, στις οποίες βρίσκει την πραγματοποίησή της η φράση «εκεί που είσαι ήμουνα και εδώ που είμαι θα’ρθεις».

Χρόνια πριν, υπήρχε μια γιατρός. Ας την πούμε Χ.

Δούλευε σε μια από τις χειρότερες πτέρυγες που θα μπορούσε να δουλεύει γιατρός: το ογκολογικό τμήμα παιδιατρικού νοσοκομείου των Αθηνών. Κανείς δεν αμφέβαλλε για τις γνώσεις της, ήταν και είναι μια πολύ αξιόλογη ιατρός, με σπουδές πολλών ετών και εμπειρία ακόμα περσσοτέρων. Οι γονείς κρέμονταν από τα λόγια της για μια ελπίδα, μια καλή κουβέντα και μια ανάσα από την αποπνυκτική ατμόσφαιρα των θαλάμων που μύριζαν θάνατο κάθε μέρα, κάθε ώρα της ημέρας.

Η γιατρός αυτή, μετά από εκατοντάδες ασθενείς (που πρέπει να υπενθυμίσω πως ήταν πάντα παιδιά), χιλιάδες περιπτώσεις και εκατονταδες επεμβάσεις, δεν κατάφερε να μάθει κάτι που δεν το διδάσκουν σε καμία σχολή και δεν το εξετάζουν σε καμία εξεταστική, κυρίως γιατί είναι κάτι με το οποίο γεννιέσαι: ξέχασε να μάθει να είναι πάνω από όλα άνθρωπος, ξέχασε να μάθει πως απέναντί της δεν έχει το «περιστατικό 14324» αλλά τον Γιάννη, το Γιώργο, την Μαρία και τον Κώστα και μια σειρά ανθρώπων που τους αγαπούν και ελπιζουν σε εκείνη για ένα ίχνος ελπίδας για να συνεχίσουν να παλεύουν αγώνες που (εκ των υστέρων) μοιάζουν τόσο μα τόσο άδικοι και εκ των προτέρων στημμένοι.

Η Χ, λοιπόν, έδινε τα νέα στους γονείς και τους συγγενείς στεγνά σαν ξύλο κάτω από καλοκαιρινο ήλιο: «Μα τι μας το φέρατε τώρα;;», «Δε βλέπετε πως δεν υπάρχει ελπίδα;», «Φαντάζομαι καταλαβαίνετε πως το παιδί σας θα πεθάνει;», «Δεν υπάρχει τίποτα να κάνουμε, το παιδί είναι χαμένη υπόθεση».

Η Χ τα έλεγε όλα…χύμα.

Κανονικά θα τη χαιρόμουν. Θα έλεγα πως οι άνθρωποι οφείλουν να είναι ειλικρινείς και πως καλύτερα να μη δίνεις στον άλλο ελπίδες όταν είναι τόσο μικρές. Αλλά σε κάποιες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν έχεις να κάνεις έναν αγώνα, του οποίου την κατάλαξη πολύ φοβάσαι πως ξέρεις ήδη  χωρίς να χρειάζεται να στην πει κανείς άλλος, τα λόγια αυτά δεν είναι «ειλικρίνεια»… είναι απλά «αμορφωσiα», «αδιαφορία» και απόλυτη ασέβεια.

Η Ψ ήταν ένα από τα πολλά, από τα εκατοντάδες παιδιά που πέρασαν το κατώφλι του νοσοκομείου της Χ. Και φυσικά η αντιμετώπιση ήταν ακριβώς η ίδια.

Η Ψ, 4 χρόνια μετά έσβησε, μια καλοκαιρινή ημέρα του Αυγούστου, μια ημέρα που έτυχε εφημερεύων γιατρός να είναι η Χ. Η Χ, πιστή στις παραδόσεις της, φέρθηκε μέχρι και την τελευταια στιγμή απαίσια στους γονείς της Ψ,ακόμα και στη θεία της Ψ, την οποία ας λέμε από εδώ και πέρα «Ε».

Τα χρόνια πέρασαν, οι αναμνήσεις μπήκαν στα συρτάρια, ο πόνος έμεινε ο ίδιος σε ένταση και ντύθηκε με άλλα ρούχα: της γλυκιάς θύμησης, των στιγμών, της αγάπης που δε σβήνει…

Για τη Χ, δεν έγινε και τίποτα. Άλλο ένα περιστατικό που πήγε ακριβώς όπως είχε πει.

«Χαμένη υπόθεση, χαμένος κόπος…»

Μια μέρα του Ιούνη, χρόνια μετά, η «Ε» γνώρισε τυχαία δύο συγγενείς της Χ. Το πως και το που δεν έχει σημασία. Της είπαν πως περνάνε δύσκολα, και πως η ανηψία της Χ, το μόνο παιδί που αγαπουσε πραγματικά στη ζωή της, μια και δεν είχε αποκτήσει ποτέ δικά της, είχε καρκίνο και πως η Χ ήταν έτοιμη να πέσει να πεθάνει.

Τα λόγια τη «Ε» ήταν τα εξής:

«Σας το ζητώ σα χάρη: Θυμήστε της την Ψ. Πείτε της ότι είμαι η θεία της, η «Ε». Δεν υπάρχει αμφιβολία, θα θυμηθεί το περιστατικό.

Πείτε της, σας παρακαλώ, πως ελπίζω η ανηψία της να πάει καλά, να επανέλθει πληρως και να ζήσει μια γεματη και ευτυχισμένη ζωή.

Πείτε της, πως ελπίζω οι γιατροί που τη φροντίζουν να της φερθούν καλύτερα απ’ότι φέρθηκε η Χ σε οποιοδήποτε από τα παιδιά που πέρασαν από τα χέρια της.

Πείτε της πως χαίρομαι που η ίδια θεώρησε δίκαιο να στείλει την ανηψιά της σε μεγάλη κλινική του εξωτερικού, ενώ τα υπολοιπα παιδιά στο νοσοκομείου, που είχαν έστω και μία ελπίδα σε αντίστοιχη κλινική έμεναν για πάντα στα ίδια, ξεφτυσμένα σεντόνια γιατί δεν έδινε την έγκρισή της...

Πείτε της, πως ελπίζω αν τα πράγματα φθάσουν εκεί, αν έρθει η ώρα να της πουν τα πιο πικρά νέα του κόσμου, να της τα πουν με συμπόνια και όχι με την ψυχρότητα και την ευκολία που τα έλεγε εκείνη σε όλους.

Πείτε της, τέλος, πως η ζωή είναι κύκλος. Και γυρνάει. Πείτε της πως δεν υπάρχει κανένας ασφαλής από τους πόνους της ζωής και πως ο άνθρωπος είναι άνθρωπος μονάχα όταν ξέρει να συμπεριφέρεται ως τέτοιος, γιατί άνθρωπο δε σε κάνουν τα βιβλία.«

Όταν η «Ε» ξαναείδε τους συγγενείς της Χ, της είπαν ότι της μετέφεραν τα λόγια της. Της είπαν πως η Χ, έσκυψε το κεφάλι και δαγκώθηκε. Της είπαν ακόμα πως θυμήθηκε τα πάντα και πως δε μίλησε για την υπόλοιπη ημέρα. Της είπαν πως ποτέ δεν την είχαν ξαναδεί έτσι.

Κάπου εδώ τελειώνει η ιστορία.

Όσοι ήταν να καταλάβουν, νομίζω πως καταλαβαν.

Κάποτε είχα μια καθηγήτρια, λίγο αθυρόστομη – λίγο τρελιάρα. Είχε πει όμως μια φράση (όχι και τόσο καθως πρέπει) που δε θα ξεχάσω ποτέ:

«Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι»

Αυτά.

(Αυτό, είναι από τα post εκείνα που πραγματικά δε θέλω τα σχόλια τοσο όσο το να διαβάσετε και να καταλάβαιτε την ιστορία. Γιατί είναι μια από αυτές τις ιστορίες που γράφω γιατί είναι πολύ βαριές για να τις αντέξει η καρδιά μου και είχα ανάγκη να τη μοιραστώ. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας…)

Yours,

Nam3l3ss