Το Μυστικό

25 01 2008

Σήμερα θα σας πω ένα μυστικό.

Ένα μυστικό τόσο δικό μου όσο και εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων. Ένα μυστικό που ξεφεύγει από τα κλειστά όρια του τι είναι μυστικό. Γιατί υπάρχουν μυστικά που θες να τα κρατήσεις δικά σου, μόνο δικά σου και αυτό γιατί μονάχα στο βάθος της δικής σου καρδιάς έχουν αξία και το να τα γράψεις κάπου ή να τα πεις σε κάποιον απλά είναι λόγια σε χαρτί ή στον αέρα που δεν μπορούν όμως ποτέ να «μυρίσουν» τη μυρωδιά που τους έχεις δώσει εσύ.

Και μετά υπάρχουν τα άλλα.

Τα μυστικά εκείνα που δεν ξέρεις ότι έχεις. Εκείνα που έχουν γίνει πια συνήθεια στον οργανισμό σου και έχουν μπει τόσο βαθιά κάτω από το δέρμα σου, που τα θεωρείς κομμάτι σου, χωρίς καν να αναρωτιέσαι «άραγε το βλέπει κανένας;» απλά και μόνο επειδή ούτε εσύ δεν μπορείς να ξέρεις πόσο φαίνονται, πόσο βγαίνουν στην επιφάνεια και πόσο μια συζήτηση ή μια ματιά μπορεί να τα προδώσει. Απλά και μόνο γιατί τα μυστικά αυτά είσαι εσύ, και ο καθρέφτης σου σε εσένα δείχνει άλλα πράγματα από αυτά που νομίζεις ή πιστεύεις ότι βλέπουν οι άλλοι.

Αφορμή για αυτό το post είναι μια παράγραφος από ένα βιβλίο. Μια παράγραφος που μιλάει για το κοινό μυστικό που μοιράζονται όλοι όσοι έχουν χάσει ένα δικό τους άνθρωπο.

Είναι από τα μυστικά εκείνα που ποτέ δε στα λένε όταν χάνεις κάποιον. Είναι από εκείνα τα βρώμικα μυστικά που σε αφήνουν όλοι (τάχα από καλοσύνη) να ανακαλύψεις μόνος σου όσο ο καιρός περνάει και οι εποχές αλλάζουν.

Το μυστικό αυτό είναι μαζί σύνθετο και απλό, τραγικό και ειρωνικό και είναι το πιο φυσιολογικά αφύσικο πράγμα στον κόσμο:

Αυτό που κανείς δε σου λέει, αυτό για το οποίο κανείς δεν πρόκειται ποτέ να σε ενημερώσει δεν είναι το πόσο πονάς όταν πεθαίνει ένας άνθρωπός σου. Αυτό το μυστικό είναι το πόσο δύσκολο είναι το να αφήσεις τον άνθρωπο αυτόν να πεθάνει μέσα σου. Το πόσο οδυνηρά μεγάλες είναι οι νύχτες που μια μυρωδιά, ένας ήχος ή ένα κιτρινισμένο φύλλο με δυο λέξεις, κακογραμμένες και γεμάτες μουτζούρες, σου ξυπνάνε μια ανάμνηση.

Αυτό λοιπόν που οι άνθρωποι – από δήθεν καλοσύνη, από δήθεν σεβασμό στη μνήμη του νεκρού και από υποτιθέμενη συμπαράσταση – δεν μοιράζονται ποτέ μαζί σου είναι το γεγονός πως ο άνθρωπος αυτός σε ακολουθεί σε μικρές ή μεγαλύτερες δόσεις, μια ολόκληρη ζωή. Πως δεν υπάρχει μέρα – και δε ΘΑ υπάρξει μέρα – για την υπόλοιπη – μισή, μίζερη και αναποδογυρισμένη – ζωή σου που να μην πονέσει ένα κομμάτι του εαυτού σου για όλα εκείνα που έχασες.

Σκέψου!

Πόσος μαζοχισμός μαστίζει το ανθρώπινο είδος!

Ξεκινάμε σχέσεις, αγάπες, έρωτες και φιλίες γνωρίζοντας πως -αργά ή γρήγορα, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο – το τέλος θα έρθει. Και εκεί ίσως κρύβεται και μια καλή δικαιολογία της ύπαρξης του Μυστικού. Ποιός τάχα θα ήθελε να μπει στην κουραστική και χρονοβόρα διαδικασία να γνωρίσει, να ερωτευτεί, να αγαπήσει και να ενσωματώσει έναν άλλο άνθρωπο στο δικό του αίμα, αν γνώριζε πόσο δύσκολο είναι το να δεχτεί και να αγκαλιάσει το τέλος του; Ένα τέλος προδιαγεγραμμένο, που έρχεται πάντα – συχνά μάλιστα και στις πιο λάθος στιγμές, αν υποθέσουμε πως υπάρχουν σωστές και λάθος στιγμές – και που δεν υπάρχει καμία περίπτωση απλά να σε ξεχάσει, απλά να σε λυπηθεί ή να σε σεβαστεί και να μην έρθει να σε βρει.

Ποτέ δε μου άρεσαν τα μυστικά. Έχουν μια δύναμη να αποκαλύπτονται στο τέλος – συχνά με καταστροφικές συνέπειες, ή αν δεν αποκαλύπτονται να συσσωρεύονται όλο και πιο πολλά, όλο και πιο σημαντικά και όλα γύρω από έναν κεντρικό άξονα. Ένας σπόρος που γίνεται δέντρο γιγαντιαίο με κλαδιά που κρύβουν τον ήλιο. Και όταν καταλήξουν κάπως έτσι, τα μυστικά μεταναστεύουν από μυαλό στην καρδιά. Και στη διαδρομή σφηνώνουν στο λαιμό και σε πνίγουν και εσύ δεν μπορείς πια ούτε ανάσα να πάρεις.

Γι’αυτό ήθελα να το πω αυτό το μυστικό.

Κάποιοι από εσάς το γνωρίζατα ήδη. Κάποιοι άλλοι, πιο τυχεροί δεν το φανταζόσασταν – και ακόμα και τώρα, που διαβάζετε αυτές τις γραμμές δεν μπορείτε και πάλι να το φανταστείτε, ούτε το μέγεθος ούτε την ένταση, και μακάρι ποτέ να μη χρειαστεί να το νιώσετε.

Αλλά ήθελα να το πω.

Γιατί, πρώτα απ’ όλους, ήθελα να εξηγήσω στον εαυτό μου πως όταν παίζεις με το δηλητήριο, άσχετα με το αν το επέλεξες εσύ ή όχι, ακόμα και αν θεωρείς πως μπορείς πλέον – τόσα χρόνια μετά – να ελέγχεις τις δόσεις και τις αντοχές σου σε αυτό, ακόμα και αν νομίζεις πως ένα ταξίδι στη λεωφόρο της μνήμης δεν θα σου κάνει κακό ή πως μια στιγμή που θα σου θυμίσει χιλιάδες άλλες στιγμές – σαν αλυσιδωτή αντίδραση – απλά εκτονώνει την πίεση που νιώθεις βαθιά στο στήθος, εκείνο πάντα θα βρίσκει τον τρόπο του να σε οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη δική του πικρή αλήθεια.

(photo by Razz-The Majestic-matazz)

——————————————————–

Music to listen to:

Richard Hawley – Tonight The Streets Are Ours ( Tonight the streets are ours/ These lights in our hearts they tell no lies/ And no one else can haunt me/ The way that you can haunt me… )

Koop – Koop Island Blues ( Hello my love/ It’s getting cold on this island/ I’m sad alone/ I’m so sad on my own…. )

Shakira – Hay Amores ( Hay amores/ que se esperan al invierno y florecen/ en las noches del otoño reverdecen/ tal como el amor que siento yo por ti… )





I’m NOT Drunk

22 01 2008

5 ποτά και 14-15 σφηνάκια μετά (because, apparently, όταν βγαίνεις με ΜΕΓΑΛΗ παρέα η διαδρομή bar-τραπέζι είναι ένα μυστικό portal μέσα στο οποίο εμφανίζονται παρατεταμένα χέρια που σου πασάρουν σφηνάκια – και εσύ δε ρωτάς ΠΟΤΕ τι ακριβώς πίνεις) νιώθω ακόμα λίγο μεθυσμένος ακόμα και σήμερα.

So this is not a post. This is just my way of trying to get back to being sober.

And let me tell you something.

It’s no fun.

😦





Oh… But Love They Say is Wealth (aka A Year of Blogging)

13 01 2008

1 χρόνος.

Πόσοι διαφορετικοί τρόποι υπάρχουν για να μετρήσει κανείς το χρόνο;; Ώρες, Μέρες, Μήνες. Εμπειρίες, Αναμνήσεις, Γνωριμίες. Άνθρωποι, Λόγια, Ήχοι.

Αν ένας χρόνος σημαίνει 365 ημέρες για τον κόσμο, στον ψηφιακό πλανήτη μας ο χρόνος αυτός μεταφράζεται σε εκατοντάδες posts, χιλιάδες σχόλια, γνωριμίες με μερικούς από τους πιο έξυπνους, ταλαντούχους και υπέροχα προβληματικούς ανθρώπους (με την καλή έννοια 🙂 ). Εκατοντάδες νέα τραγούδια, χιλιάδες νέοι στίχοι, πανέμορφες εικόνες και αναμνήσεις. Δεν ξέρω τι να πρωτοπώ, ποιούς να πρωτοευχαριστήσω και πως να μπορέσω να εκφράσω αυτό που νιώθω. Γιατί το να γράφεις ένα blog είναι εύκολο – σχεδόν αυτοματοποιημένο πλέον. Το να σου απαντάνε όμως άνθρωποι με τους οποίους μοιράζεσαι εμπειρίες, κοσμοθεωρίες και στάση ζωής, το να σου δίνουν τη συμβουλή τους και εσύ τη δική σου για όλα αυτά που σε πονάνε και όλα αυτά που αγαπάς, δεν μετριέται με καμία συμβατική μονάδα μέτρησης.

Οι Everything but the Girl, στο τραγούδι τους Careless έχουν ένα στίχο που λέει:

«Pleasure is a pretty thing
Oh but love they say is wealth…»

…και τον ένα αυτό χρόνο μου στην μπλογκόσφαιρα τα είδα, τα ένιωσα και με αγκάλιασαν και τα δύο. Και η ευτυχία του να βλέπεις ανθρώπους που δε σε ξέρουν από κοντά, δεν συνάντησες ποτέ και δεν σου χρωστάνε τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από αυτά που τους χρωστάς εσύ, είναι πραγματικά πολύ μεγάλη για να μπορέσει να αποδοθεί με μερικές μονάχα λέξεις σε ένα λευκό φόντο. Και γι’αυτά τα πράγματα καλύτερα είναι να αφήνεις να μιλά η σιωπή – πάντα είναι πιο σοφή σε τέτοιες περιπτώσεις.

Και η αγάπη. Πραγματική αγάπη από ανθρώπους που σέβεσαι και αγαπάς και εσύ. Υπάρχει άραγε πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο από εμάς;; Και δεν μετράνε τα comments, τα στατιστικά του διαδικτύου ή το πόσο συχνά σου απαντάνε οι νέοι σου φίλοι. Είναι το συναίσθημα εκείνο, όταν σου στέλνουνε ένα μήνυμα ή όταν σου γράφουν ένα σχόλιο που γεμίζει την καρδιά σου και βρίσκει καταφύγιο στο στομάχι σου, και σου ψιθυρίζει ότι υπάρχουν κι άλλες Χαμένες Ψυχές εκεί έξω, ότι δεν είσαι μόνος εναντίον όλων (άνιση μάχη – καταραμένα άνιση μάχη).

Ξεκίνησα το blog αυτό με έναν σκοπό. Να πω μια ιστορία. Την ιστορία μου.Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα στην αρχή. Στη συνέχεια κατάλαβα πως όλοι όσοι βρισκόμαστε πίσω από τις οθόνες μας, δεν έχουμε ιστορίες παράλληλες, μακριά η μία από την άλλη, απλά ιστορίες διαφορετικές που όμως τέμνονται, μπερδεύονται, και κάπου κάπου συμπορεύονται. Ναι είμαστε όλοι μας πλανήτες σε ένα αφιλόξενο σύμπαν. Όμως ακολουθούμε όλοι παρόμοιες τροχιές.

Για μια ακόμη φορά, συνειδητοποίησα πως αυτό που έλεγε η Ιθάκη, πως δηλαδή το ταξίδι είναι αυτό που αξίζει και όχι μονάχα ο προορισμός, είναι το πιο απλό και συνάμα το πιο σωστό πράγμα που έχω ακούσει ποτέ μου. Δεν έφτασα ακόμα εκεί που θέλω να πάω, δεν πάτησα στην προσωπική μου Σελήνη και δεν κατάφερα να φτάσω στις κορυφές των προβληματισμών μου. Για να πω την αλήθεια τα ερωτήματα που απάντησα με οδήγησαν, χέρι χέρι σε νέους προβληματισμούς… αλλά δε βιάζομαι πια. Χαίρομαι τη διαδρομή. Χαίρομαι όλους εσάς που γνώρισα σε αυτή. Χαίρομαι που «βγήκα στον πηγαιμό», χωρίς το άγχος πια του πότε θα φτάσω. Και αυτό το χρωστάω καθαρά σε εσάς. Και σας ευχαριστώ.

Όταν ξεκίνησα δεν ήξερα για πόσο θα κρατήσει αυτή η φάση. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχα κάτι το οποίο να κρατήσω για τόσο καιρό. Σιχαίνομαι τη συνήθεια και ίσως ακριβώς επειδή δε «συνήθισα» ποτέ το blog αυτό να είμαι ακόμα εδώ.Ο Nam3l3ss με βοήθησε όσο ακριβώς τον βοήθησα. Μέσα από αυτόν έκανα την καλύτερη αυτοψυχανάλυση που θα μπορούσα να κάνω και αν υπάρχει κάποιος που διαβάζει αυτές τις γραμμές, κάποιος που έχει κάτι να πει και κανένα για να το πει, η μοναδική συμβουλή που έχω να του δώσω είναι να ξεκινήσει ένα δικό του blog. Πραγματικά, δεν έχω ξαναζήσει τόσο όμορφες διαδικτυακές στιγμές όσο μέσω αυτής της λευκής σελίδας στο wordpress.

Θα μπορούσα να γράφω για ώρες, για τους ανθρώπους που γνώρισα εδώ μέσα, για εκείνους που με βοήθησαν και με στήριξαν ένα χρόνο τώρα, για τους bloggers που με έκαναν να θέλω να γράψω, για τις όμορφες στιγμές του blogging αλλά δε θα το κάνω γιατί εξιστορώντας κάτι τόσο προσωπικό φοβάμαι πως θα χάσει λίγο από τη μαγεία του. Και εγώ, τη συγκεκριμένη μαγεία τη χρειάζομαι ολόκληρη. Γιατί μερικά πράγματα είναι σαν την ομορφιά των αγαπημένων σου στίχων – έχουν αξία μονάχα για σένα και μονάχα επειδή τους δίνεις εσύ την αξία που θέλεις να έχουν στην καρδιά σου. Οποιαδήποτε προσπάθεια εξήγησής τους στους άλλους, απλά θα οδηγήσει σε μια οδυνηρή απομυθοποίησή τους. And that’s not what I, not what any of us, want.

Always yours,

a lost as always, happy as never before,

Nam3l3ss

ΥΓ: Μια φίλη κάποτε μου είχε πει πως η λέξη «τέρμα» βρίσκει την πραγματική της έννοια μονάχα στα τρόλεϊ. Εκεί όπου η διαδρομή μπορεί να τελειώνει, μπορεί και να αρχίζει, από μια διαφορετική αφετηρία και από μια αντίστροφη οπτική γωνία. So this is not the «end». This is just the beginning.

————————————————————————

Music to listen to while traveling to 1-year old planet Nam3l3ss:

Peter Bjorn & John – Young Folks ( It doesn’t matter what we do/ Where we are going to/ We can stick around and see this night through… )

Guided by Voices – I Am A Scientist ( I am a scientist – I seek to understand me/ All of my impurities/ and evils yet unknown/ I am a journalist/ I write to you to show you/I am an incurable/ And nothing else behaves like me… )

Radiohead – Just ( You do it to yourself/ You do/And thats what really hurts is/ You do it to yourself just you/ You and no-one else )





WTF και 10 κλαψο-LOL!!

8 01 2008

Κυρίες και κύριοι,

Η αποφράδα μέρα μόλις έφτασε και η αλήθεια είναι ότι μας βρήκε απροετοίμαστους. Γιατί σε αντίθεση με τη Δευτέρα Παρουσία και το τέλος του κόσμου, κανένας προφήτης και κανένας Νοστράδαμος δεν είχε τολμήσει να φανταστεί (ούτε on crack) την ημέρα που η μουσική βιομηχανία (μπλιαχ) της χώρας μας θα υποκλινόταν στα Ζουζούνια και του Mazoo & The Zoo.

Για όσους λείπανε από τον πλανήτη Γη εκείνες τις μέρες και δεν είδανε τις αξιολάτρευτες διαφημίσεις των εν λόγω μουσικών αριστουργημάτων (ντροπή σας!) let me refresh your memory.

Ζουζούνια είναι το μακροβιότερο ελληνικό συγκρότημα. Πληροφορίες που θέλουνε το εν λόγω ρεκόρ να οφείλεται στο γεγονός πως κάθε CD φιλοξενεί τις φωνούλες (αρκγχχχχ) και διαφορετικών πιτσιρικίων, ελέγχονται ως αναληθείς. Ανάμεσα στα hitάκια του συγκροτήματος συμπεριλαμβάνονται από χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια, γνωστά παιδικά τραγούδια (που και ΕΣΥ τραγούδησες όταν ήσουν 5 – μην κρύβεσαι! – αλλά δεν τα έστειλες και στο νούμερο 1) και κλασικές επιτυχίες της λαϊκής μας παράδοσης όπως «Το γελεκάκι που φορείς, στο ‘χω εγώ ραμμένο…». Τα κλιπάκια του συγκροτήματος είναι οι πιο ακριβές παραγωγές επί ελληνικού (μη σου πω και διεθνούς) εδάφους και φιλοξενούν τα προαναφερθέντα νιάνιαρα ντυμένα, στολισμένα, γελαστά να τραγουδάνε με την ανάλογη ενδυμασία κάθε φορά και φυσικά το ανάλογο background.

Αλλά τα μεγάλα αστέρια είναι οι Mazoo And The Zoo (πραγματικά πρωτοποριακό όνομα συγκροτήματος!)

Το συγκεκριμένο groupάκι αποτελείται από δυο κορίτσια και ένα αγόρι. Τα κορίτσια τραγουδάνε στο ρεφρέν και το αγόρι ραπάρει στα κουπλέ (ο θεός να το κάνει ραπάρισμα). Η μεγάλη της επιτυχία είναι το τραγούδι «Ο Παπαγάλος». Καλά ε… ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΤΑΙ! Πάρε απόσπασμα στίχων (γιατί όλους μαζί δεν τους αντέχεις):

«Ο δικός μου παπαγάλος, είναι μεγάλος κατεργάρος«

«Κι όταν έρχεται η Μαίρη, το πιο λαμπρό αστέρι, του σχολείου του ξεφτέρι, τα μαθήματα να φέρει δεν τη λεει Μαίρη. Βαγγελία τη φωνάζει.

(στο συγκεκριμένο σημείο μπαίνει στο τραγούδι (ω…ναι, ναι…) και ο παπαγάλος)

-Βαγγελία, Βαγγελία…

-Δεν τη λένε Ευαγγελία

-Ε, πως τη λένε;;

-ΜΑΙΡΗ!

(και τώρα κάνει μια στροφή 180 μοιρών προς χριστούγεννα-land)

Merry Christmas, Merry Christmas…

Κατηγορώ , λοιπόν το δημιουργό του εν λόγω κομματιού ότι το έγραψε όντας υπό την επήρεια μέθης/ναρκωτικών ουσιών/παραισθησιογόνων/αψέντι και εμείς είμαστε αναγκασμένοι να το ακούμε και σε στιγμές που δεν έχουμε την τύχη να βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση ώστε να κατανοήσουμε και τα βαθύτερα νοήματα του στίχοι «Πώς τη λένε; – Μαίρη – Merry Christmas, Merry Christmas…».

Ορίστε και το βίντεο για να μη λέτε ότι τα βγάζω από το μυαλό μου:

Αυτά.

Πάω τώρα για απότοξίνωση. Θα πετάξω όλα τα CD της Αλεξίου και του Αγγέλακα που έχω γιατί προφανώς ο κόσμος πλέον δεν τους έχει ανάγκη και εγώ βαρέθηκα να πηγαίνω κόντρα στο ρεύμα. Θα αρχίσω και εγώ να ακούω Ζουζούνια και Mazoo And The Zoo, γιατί δεν μπορεί κάτι θα θέλουν να μου πούνε και εμένα όταν μου λένε κάτι και δεν το καταλαβαίνω ή είμαι πολύ μεθυσμένος (καλό) ή είμαι πολύ ξεμέθυστος (κακό).

ΥΓ: Τελικά ο Παπαγάλος σκότωσε τη μουσική. Γιατί μη μου πείτε πως όλα τα πιτσιρίκια σηκώθηκαν από τις κούνιες τους (γιατί αυτό είναι το κοινό στο οποίο θα έπρεπε – υπό φυσιολογικές συνθήκες να απευθύνεται, και μόνο!) και έτρεξαν ομαδικά να αγοράσουν το CD και να το στείλουν στο No11. Γιατί τότε θα αρχίσω να πιστεύω ειλικρινά στις συνωμοσιολογίες που είναι και της μόδας ( ξέρετε…ότι ο άνθρωπος δεν πάτησε ποτέ στο φεγγάρι, ότι ο Χίτλερ ζει ακόμα, ότι ο Έλβις κρύβεται κάπου στη Χαβάι, ότι η Area 51 είναι όντως γεμάτη εξωγήινα όντα και ότι η ελληνική κρατική τηλεόραση έχει το κοινό της! )

ΥΓ 2: Δεν πιστεύω να περιμένατε τραγούδι φυσικά μετά από αυτό ε;; Τα CD, οι κασέτες και τα mp3 μου κατέβηκαν σε πορεία διαμαρτυρίας…





What If…??

4 01 2008

Aναρωτιέμαι…

Αναρωτιέμαι πως θα ήταν η ζωή μου αν είχα μεγαλώσει διαφορετικά, αν οι γονείς μου δε με είχαν μάθει να φαίρομαι με έναν συγκεκριμένο (κοινώς αποδεκτό) τρόπο. Αν δεν έλεγα «ευχαριστώ» και «παρακαλώ», αν δεν ακολουθούσα τους κανόνες και αν είχα να θυμάμαι στιγμές απίστευτης τρέλας χωρίς κανένα απολύτως όριο.

Αναρωτιέμαι πως θα ήμουν σήμερα αν είχα κάνει τις «λάθος» παρέες στο σχολείο, αν δεν είχα ακούσει τους φίλους και τις γνώμες των άλλων και είχα βγει μαζί τους για καφέ όταν μου το πρότειναν.

Αναρωτιέμαι πως θα ζούσα σήμερα αν είχα επιλέξει άλλη σχολή από αυτή που τελικά επέλεξα. Αν είχα φύγει σε άλλη πόλη και είχα συνηθίσει τη γλυκόπικρη γεύση του να μένεις μόνος σου και να προσπαθείς να βάλεις μια τάξη στο ολοδικό σου χάος.

Αναρωτιέμαι πως θα ήταν αν δεν είχε «σπάσει» η παρέα μου πριν από 2 χρόνια. Θα βγαίναμε ακόμα όλοι μαζί ή τα χρόνια θα μας είχαν οδηγήσει χιλιοστά μακριά από τη σημερινή κατάσταση – ένα-δύο τηλέφωνα το μήνα, «ένθερμες» τυπικούρες σε μια τυχαία συνάντηση και ευχές στα γενέθλια;

Αναρωτιέμαι τι θα είχε γίνει τελικά με εκείνο το κορίτσι που είχα γνωρίσει στο λύκειο. Αν είχα τα αρχίδια τότε να της μιλήσω εξ αρχής για το πως την έβλεπα και αν δεν είχαμε καταντήσει σίριαλ «θέλω-δε θέλεις-θέλεις-δε θέλω» για τόσα χρόνια. Πως θα ήταν αν εκείνο το βράδυ είχα πάει στο μικρό παρκάκι κοντά στο σπίτι της και είχαμε μιλήσει.

Αναρωτιέμαι
τι θα έκανα σήμερα αν τότε στην Αγγλία, είχα βρει το κουράγιο να σηκωθώ και να φύγω από την παρέα, να μαζέψω τα πράγματά μου από το προσωρινό κατάλυμα του ξενοδοχείου με τον φασαριόζικα βουβό κόσμο του και το complimentary tea στο λευκό βαζάκι στο ξύλινο μπαράκι, δίπλα από την τηλεόραση. Τι θα έκανα και πού θα ήμουν αν δεν είχα σταματήσει στο λόμπυ του ξενοδοχείου εκείνο το βράδυ. Πόσο διαφορετικός πραγματικά θα ήμουν αν η γυάλινη πόρτα δε φάνταζε το τέλος του δρόμου για τον 18άρη που είχε επισκεφτεί το Λονδίνο,τότε.

Αναρωτιέμαι
τι να κάνουν οι φίλοι μου εκείνοι που έμειναν για πάντα ζωγραφισμένοι στα σχολικά βιβλία. Εκείνοι με τους οποίους έπαιζα τάβλι και μουντζούρη στα πίσω θρανία και βάζαμε κιμωλία στο ποτήρι του φιλόλοφου (who, btw, μαθαίνω χτυπάει σούπερ νούμερα στο ασβέστιό του 🙂 ).

Αναρωτιέμαι και τι να απέγιναν οι άλλοι που ήμασταν μαζί στην «Ομάδα Διοργάνωσης Σχολικών Εορτών», με τους οποίους δύο βδομάδες πριν από κάθε εθνική γιορτή πεθαίναμε στα γέλια και το τσιγάρο σε κάποια άδεια αίθουσα, και καλά φτιάχνοντας το πρόγραμμα της γιορτής.

Αναρωτιέμαι
τι να κάνει και εκείνη που μου είπε πως μ’αγαπά για πρώτη φορά. Πόσο ηλίθιος πρέπει να φάνηκα όταν απάντησα «δεν ξέρω τι να πω». Ακόμα δεν ξέρω. Τα λόγια της θυμάμαι μόνο και το πονηρό της χαμόγελο μερικές φορές όταν θέλω να το ξανακούσω και δεν έρχεται – ποτέ δεν έρχεται κάτι όταν το θέλεις πολύ, αυτό είναι ο νόμος του αποτυχημένου Αλχημιστή.

Αναρωτιέμαι πως θα ήταν η ζωή μου αν όλα είχαν κυλήσει όπως έπρεπε στην οικογένειά μου. Αν δεν είχα χάσει ένα από τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα και η ζωή μου ήταν μια ακόμα μεγαλύτερη ρουτίνα. Θα ένιωθα πιο «πνιγμένος» απ’όλα ή πιο «φυσιολογικός» ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους «φυσιολογικούς» που βρίζουν στο δρόμο, τρέχουν να προλάβουν το τρόλει και μιλάνε 4 ώρες ημερησίως στο κινητό;

Αναρωτιέμαι
πως θα ήταν αν δεν ένιωθα αυτό το κενό μέσα μου. Δε θυμάμαι πια πως είναι το να νιώθεις ότι δε σου λείπει ένα κομμάτι σου, πως δεν είσαι «άνθρωπος-μείον» και δε μου λείπει. Θυμάμαι όμως τη ζεστασιά, τα ρινίσματα ευτυχίας και της αίσθηση της πληρότητας που έφερνε το «γεμάτο» και το «όπως έπρεπε».

Αναρωτιέμαι, ώρες ώρες, το που θα με βγάλει ο δρόμος που πήρα. Ποτέ δεν έκανα καμία σημαντική επιλογή μετά από σκέψη. Τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή μου τα σκέφτηκα ώρες ολόκληρες και κατέληξα να «αποφασίζω» αυτό που με συμβούλευε να κάνω η πλειοψηφία.

Αναρωτιέμαι
τι περιμένω, ποιο σχέδιο ζωής ακολουθώ και ποιο σκοτωμένο όνειρο πρέπει να νεκραναστήσω για να συνεχίσω να κρατιέμαι όρθιος. Για να πάψω να κινούμαι μηχανικά.

Για να πάψω να αναρωτιέμαι…
—————————————————————–

Music to wonder to:

PJ Harvey – The Whores Hustle & The Hustlers Whore ( Δεν ξέρω τι λέτε, αλλά το Stories from the City, Stories from the Sea είναι μακράάάάν ο καλύτερος δίσκος της PJ. Τελεία και παύλα και δε σηκώνω κουβέντα!!! )





Καπέλα Στα Φώτα – Το Βιβλίο

2 01 2008

male200x140white

Στις 14 Ιανουαρίου κλείνω ένα χρόνο στη blogόσφαιρα.

Μέσα σε αυτό τον χρόνο έζησα μερικές από τις πιο όμορφες διαδικτυακές στιγμές της διαδικτυακής μου ζωής από αυτό εδώ το blog. Γνώρισα ανθρώπους σαν κι εμένα (κάτι που δεν περίμενα ποτέ πως θα καταφέρω), έμαθα πως η ζωή αυτή όσο μοναχική και αν φαίνεται με την πρώτη ματιά, πάντα κρύβει ανθρώπους που μοιράζοντα τις ίδιες σκέψεις, τις ίδιες ηλίθιες ή ανούσιες ή σουρεαλιστικές αγωνίες με εσένα. Δεν είσαι ποτέ μόνος σου ακόμα και όταν νιώθεις τη μοναξιά να σε τυλίγει.Έπειτα ήρθαν τα Καπέλα.Για όσους δεν τα ξέρετε τα Καπέλα Στα Φώτα, είναι μια ομάδα. Όχι, η λέξη ομάδα σημαίνει «μάζα» , «απρόσωπο σύνολο» και αν κάτι χαρακτηρίζει τα Καπέλα είναι η ψυχή, το μεράκι και η αγάπη για αυτό που κάνουν. Είναι μια παρέα λοιπόν, μια παρέα που θυμίζει κάπως την παρέα που είχες εσύ, που είχα εγώ, που είχαμε όλοι μας στην πενταήμερη του λυκείου. Ξέρεις για ποιούς μιλάω…έτσι;; Τους τρελούς εκείνους τύπους που φτιάχνανε κάτι από το τίποτα, που γούσταρες να περνάς χρόνο μαζί τους γιατί σε «πιάνανε» και τους «έπιανες», γιατί οι φάσεις σας ήταν ομόκεντρες και γούσταρες ακόμα και να διαφωνείς μαζί τους, γιατί οι διαφωνίες σας κατέληγαν στην παραλία με τσιγάρο και αναμμένη φωτιά να τραγουδάτε αγκαλιά με τον Περπατητή για ταξίδια, καμμένες ζωές και χαμένες αγάπες.

Αυτό είναι και τα Καπέλα.

Είναι η παρέα της πενταήμερης και είναι οι άνθρωποι που σέβομαι πιο πολύ απ’όλους, μέσα και έξω από τον δυαδικό κόσμο του Internet. Γιατί παλεύουν για αυτό που αγαπάνε και τρέχουν με την ψυχή τους για να κάνουν μια ιδέα (που ίσως κάποιοι θεωρήσουν τρελή, ίσως κάποιοι κίνηση εντυπωσιασμού, αλλά who cares?) πραγματικότητα.

Αυτή η ιδέα είναι ένα βιβλίο.

Μια συλλογή από κείμενα που έχουν δημοσιευτεί στα blogs των μελών. Κείμενα που μιλάνε για ότι μπορείς να φανταστείς, γραμμένα όλα με ψυχή. Γραμμένα από την εσωτερική ανάγκη μας να μιλήσουμε, να ακουστούμε και να ακούσουμε. Ένα από τα κείμενα είναι και δικό μου και είναι ένα πράγμα για το οποίο θα καυχιέμαι μια ολόκληρη ζωή – δεν είναι και λίγο ένα κείμενό σου να συμπεριλαμβάνεται σε μια συλλογή κειμένων την οποία έχουν «φωτίσει» άνθρωποι που…ρε πούστη μου… αγαπάς.

Θα το βρεις…

Στο Σπόρο (Σπύρου Τρικούπη 21, Εξάρχεια)

…ή θα σε βρει;;

Πού;

Στο μετρό στο αδειανό διπλανό κάθισμα. Στο καμμένο μπαράκι που πηγαίνεις για ένα μοναχικό ποτό – που πάντα είναι «το τελευταίο για απόψε» και πάντα σε βρίσκει εκεί το ξημέρωμα. Στην πλατεία, εκεί που παίζουν τα παιδιά. Στη στάση του λεωφορείου -που έχει πάει 23.30 και ακόμα περιμένεις σε αυτό το γαμημένο κρύο που τρυπάει το παλτό και τρυπώνει μέσα σου. Παντού. Και όταν το βρεις να το διαβάσεις. Θα βρεις ένα πανέμορφο μωσαϊκό σκέψεων και ονείρων στις σελίδες του.

Και ένα ευχαριστώ στα παιδιά που τρέξανε, μιλήσανε, επιμελήθηκαν, φρόντισαν και έκαναν αυτή την ιδέα πραγματικότητα είναι μεν λίγο, αλλά ειλικρινές. 🙂

So check it out.

I’m SO fuckin’ proud to have been with you guys on this one.

🙂