Stars All Seem To Sing

31 01 2007

Ξενύχτησα πάλι εχτές.

Βγήκα αργά και γύρισα νωρίς.

Και μετά (όπως γίνεται πολύ συχνά τελευταία) δεν μου κόλλαγε ύπνος. Ήθελα να πάρω τηλέφωνα και να μιλήσω για ότι μαλακία μου κατέβαινε εκείνη τη στιγμή. Ήθελα να κάνω αναπάντητες που σίγουρα θα τις μετάνοιωνα μετά. Ήθελα να βάλω να πιω, αλλά ήμουν ήδη μεθυσμένος και δεν είχα το κουράγιο να μπω στη διαδικασία. Ήθελα να καπνίσω, αλλά μετά από λίγο μου τέλειωσαν τα τσιγάρα (θυμάμαι, έντονα να ρουφάω τα δύο τελευταία τσιγάρα μέχρι που εξαφανίστηκε και το τελευταιο ίχνος λευκού, μέχρι τις ρίζες του φίλτρου…). Έτσι, συμβιβάστηκα με το να ανοίξω το παράθυρο, να βγω στο κρύο και να ρουφήξω τις τελευταίες τζούρες μπασταρδεμένες με τον παγωμένο αέρα της καινούργιας ημέρας.

Η μουσική έπαιζε χαμηλά, όχι από φόβο για να μην ξυπνήσω γείτονες και φίλους, απλά γιατί κάποιες μουσικές φτιάχτηκαν για να παίζονται χαμηλά, ώστε να μπορείς να βάζεις τη φωνή σου ανάμεσα σε αυτή που ακούς από τα ηχεία και να μπερδεύεσαι στους στίχους, για να νοιώθεις ακόμα περισσότερο πως φτιάχτηκαν για σένα.

Εδώ είναι τα κομμάτια που έπαιξαν non-stop στον player μου τις μικρές ώρες της μέρας:

Radiohead- Knives Out
PJ Harvey & Thom Yorke – This Mess We’re In

K’s Choice – Weak (Live) (Skunk Anansie Cover)
Bush – Letting The Cables Sleep
The Gentle Waves – Falling From Grace
Beth Orton – Stars All Seem to Weep

Ακούγοντας τα παραπάνω κομμάτι συνειδητοποιώ πως και τα τέσσερα συγκροτήματα των οποίων τραγούδια σας προτείνω να ακούσετε και να προσθέσετε στο mp3 player σας, είναι είτε σε διάλειμμα από τη δισκογραφία (π.χ. Radiohead) είτε…over (Bush, K’s Choice, The Gentle Waves).

Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ ή όχι. Αν ήταν ζωντανά και σήμερα τα συγκροτήματα αυτά ίσως να έπρεπε να θυσιάσουν κάποια από αυτά που τα έκαναν ξεχωριστά για μένα, για να μπορέσουν να επιβιώσουν στη σημερινή μουσική σκηνή.

Μπα. Τελικά καλύτερα που σταματήσανε όταν ήταν καιρός.
Άλλωστε…good things never last as long as we’d like them to.
🙂

PS: Bonus Track το That I Would Be Good, ένα από τα πιο καλογραμμένα και λυτρωτικά τραγούδια της (κάποτε) μοναδικής Alanis Morissette, τραγουδισμένο από την εξίσου πανέμορφη και ζεστή φωνή της Sun Yan Zi. Ακούστε το.

Φεύγω τώρα για δουλειά, στις μονότονες διαδρομές του μετρό και του ηλεκτρικού. Αν δείτε κάποιον σκεπτικό, μιλήστε του. Μπορεί να είμαι εγώ

(Σκεπτικός στο μετρό ή στον ηλεκτρικό, that’s a hell of a clue, right? )

Advertisements




Weekend’s Blues…

27 01 2007

Today’s all about the music…

Τραγούδια που δεν έγιναν και δε θα γίνουν τεράστιες επιτυχίες.

Τραγούδια που μοιάζουν με αγάπες

Πέρασαν γρήγορα, λίγοι τα κατάλαβαν εκτός από εμάς. Όμως εμείς ξενυχτήσαμε ακούγοντάς τα και σιγοτραγουδώντας τα με τσιγάρο και καφέ, μέχρι το πρώτο φως της μέρας….

Enjoy…

Myslovitz – Sound of Solitude

AaRON – U-Turn (Lili)

Rufus Wainwright – Across The Universe

Snow Patrol ft. Martha Wainwright – Set The Fire To The Third Bar

Sia – Paranoid Android (Radiohead Cover)





Το Βαλς Των Χαμένων Ονείρων

25 01 2007

Μερικές φορές τα λόγια είναι απλά φασαρία στη σιωπή…

Μερικές φορές το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, είναι να κλείσουμε τα μάτια και να αδειάσουμε τις σκέψεις από το μυαλό μας…

Μερικές φορές δεν υπάρχει κάτι να λεχθεί, παρά μόνο η μουσική…

Για όλα τα όνειρα που δεν θα γίνουν ποτέ πραγματικότητα…

Για όλα τα σχέδια που χάθηκαν στη φασαρία του χθες…

Για όλες εκείνες τις περιπέτειες που δε ζήσαμε και δε θα γίνουν ποτέ αναμνήσεις…

Για όλες τις εκδρομές και τις γιορτές που θα μείνουν για πάντα στα ντουλάπια των ευχών…

Για όλους τους επίδοξους αστροναύτες που έμειναν τελικά προσγειωμένοι πίσω από ένα γραφείο, για όλες τις επίδοξες χορεύτριες που συμβιβάστηκαν στην ρουτίνα της ήσυχης, ασφαλούς οικογενειακής ζωή…

Για όλες τις φλόγες ζωής που έσβησαν πριν καν φωτίσουν…

Για όλες τις υποσχέσεις που αθετήθηκαν και όλες τις στιγμές που χάθηκαν στη βουή του χθες…

Για όλα αυτά…

Ας χορέψουμε ένα τελευταίο χορό.

Ένα βαλς…

Το Βαλς Των Χαμένων Ονείρων.





Future (Pre)Tense…

23 01 2007

Τι είναι αυτό που μας συγκινεί περισσότερο στο μέλλον;

Οι προοπτικές που φέρνει;
Η αλλαγή και η φυγή από την θαμπή ρουτίνα του σήμερα;
Οι αναμνήσεις και οι χιλιάδες εμπειρίες που υπόσχεται να κουβαλάει;
Οι ελπίδες που δεν έχουν ακόμα συνθλιβεί κάτω από το βάρος των υποχρεώσεων και της παρακμής;
Η μαγεία του αγνώστου;

Όλα είναι δρόμος.
Ξεκινάμε και προχωράμε.
Συχνά δεν ξέρουμε για που ή πως, συχνά δεν ξέρουμε και αν μπορούμε να αντέξουμε αυτό που ζητάμε. Και όμως ξοδεύουμε άπειρες από τις λίγες (στην πραγματικότητα) ώρες που έχουμε διαθέσιμες στη ζωή μας και κάνουμε όνειρα. Για τη ζωή, την καριέρα, τις σχέσεις, τους φίλους, τους συγγενείς. Και κρατάμε στην άκρη την σκοτεινή μας πλευρά, τα πάθη και τις ένοχες συνήθειές μας, από φόβο μήπως προκαλέσουμε από μόνοι μας την Πτώση των Ονείρων μας. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να νοιώθεις ένοχος που κατέστρεψες το Όνειρό σου ή που δεν το κυνήγησες μέχρι εκεί που μπορούσες (που συμπτωματικά, είναι πάντα ένα τσιγάρο δρόμος από εκεί που αντέχεις).

Χτίζουμε όνειρα καθημερινά. Μεγάλα ή μικρά, φυσιολογικά ή παράλογα, κοινώς αποδεκτά ή άλλα που είμαστε αναγκασμένοι να κρατήσουμε για πάντα μέσα μας, σε εκείνο το σκοτεινό σημείο στο πίσω μέρος της καρδιάς. Και μετά ξοδεύουμε την σύντομη ζωή μας στο να τα κυνηγάμε και να τρέχουμε πίσω από την ουρά μας, σε έναν αέναο κύκλο που είναι καταδικασμένος να τελειώσει μονάχα όταν δεν αντέχουμε άλλο να κυνηγάμε αυτό που δεν μπορούμε να πιάσουμε.

Για μένα, το όνειρο είναι η φυγή. Το πώς θα δραπετεύσω από τον πλαστικό μου κόσμο και θα βγω στον εύθραυστο γυάλινο, πραγματικό κόσμο που όλα είναι πιο φωτεινά και έντονα. Όμως τον φοβάμαι. Και αν τελικά παρά τις καθημερινές μου προσπάθειες να με σαμποτάρω, τα καταφέρω; Και αν φτάσω εκεί που ζητάει η καρδιά μου; Μετά τι;

Στην προσπάθειά μας να κάνουμε το παρόν πιο υποφερτό, εξιδανικεύουμε το μέλλον. Κοιμόμαστε με την ελπίδα πως το αύριο θα είναι καλύτερο από το σήμερα και ξυπνάμε σε ένα καινούργιο σήμερα που όλα είναι αηδιαστικά ίδια με το χθες. Αλλά σηκωνόμαστε από το κρεβάτι, διαλέγουμε τα όπλα μας και κατεβαίνουμε στη μάχη της μέρας. Νικάμε τη μοναξιά και το κενό μέσα μας, με τον ανομολόγητο πόθο πως δεν θα χρειάζεται πάντα να λέμε στους άλλους «είμαι μια χαρά έτσι…«, πως θα έρθει μια μέρα που θα νοιώθουμε αληθινά άνετα μέσα στο ίδιο μας το σώμα…

Το μέλλον είναι η μεγαλύτερη πουτάνα. Υπόσχεται, ζητάει ανταλλάγματα και θυσίες και τις περισσότερες φορές σε αφήνει μόνο να μετράς τις πληγές που δεν κλείνουν. Αφήνεις την βόλτα στην Πλάκα για το Σάββατο με την ελπίδα να είναι πιο καλός ο καιρός, χωρίς να υπολογίζεις τη βροχή. Αναβάλεις την εκδρομή με την παρέα στα χιόνια συνεχώς, ώσπου συνειδητοποιείς πως δεν υπάρχει πια η παρέα και εκδρομές για να αναβάλεις. Κρύβεις πληγές που υπόσχονται να γιατρευτούν από μόνες τους στο μέλλον, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσεις πως το μόνο που έκανες είναι να τις ανοίγεις όλο και πιο βαθιά. Μεθάς και αφήνεις τους μαύρους κύκλους να σκοτεινιάζουν τα μάτια σου, γιατί ζεις τη γιορτή στο όνομα του αύριο. Ξεχνάς φιλίες και διαγράφεις αναμνήσεις για να κάνεις χώρο για καινούργιες πού όμως δεν λένε να έρθουν. Αμελείς να ζήσεις το σήμερα γιατί το μέλλον είναι τόσο κοντά, σχεδόν στο χέρι σου

Πάλι σε ξεγέλασε.
Δεν πειράζει.
Κοιμήσου και απόψε στη σιγουριά της νύχτας και αν θυμάσαι το όνειρό σου το πρωί, κόλλα το σε post-it στον τοίχο σου…Έχουν την τάση να δραπετεύουν από τους τέσσερις τοίχους του δωματίου και να απομακρύνονται…

Φωνές και ήχοι στον player: Amos Lee – Colours, Radiohead – Fog (Again) (Live)





Cheers…

22 01 2007

Είναι πραγματικά παράξενο το τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος για να αναγκάσει τον εαυτό του να ξεχάσει, να προχωρήσει και να επιβιώσει.

Είναι πραγματικά ανησυχητικό το πως ένα ποτό και ένα πακέτο τσιγάρα μετά την πρώτη σου επαφή με τον κρύο ρεαλισμό της μέρας, μπορεί να σε ανακουφίσει – ακόμα και αν είναι για πολύ λίγο…Μέχρι η επίδραση του αλκοόλ να ξεφτύσει και να ξαναπάς στο μπαρ για δεύτερο γύρο.

Είναι πραγματικά τρομακτικό το πόσο μόνος σου μπορεί να νιώθεις σε ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Και όχι γιατί εσύ αισθάνεσαι μόνος σου – αλλά γιατί το μαγαζί είναι γεμάτο κόσμο. Σου έχει τύχει ποτέ να κοιτάς γύρω σου σε ένα απίστευτα γεμάτο μέρος και να σταματάνε όλα για λίγα δευτερόλεπτα; Η μουσική, ο χορός, το ζευγάρι στο σκοτεινό τραπέζι που φιλιέται ένοχα, ο κόσμος που πηγαινοέρχεται στο μπαρ…όλα. Να σταματήσουν για μερικά δέκατα του πολύτιμου δευτερολέπτου της πολύτιμης ζωής σου και να δεις πως όλα έχουν μια περίεργη ομορφιά όταν τα κοιτάζει καλύτερα; Μια απόκοσμη αλλά σπάνια ομορφιά;

Και είναι πραγματικά λυτρωτικό, το πως όλα φαίνονται να χάνουν τη μουντή τους θλιμμένη όψη όταν στέκεσαι μισομεθυσμένος στην πέρα άκρη του μπαρ, ανοίγοντας το δεύτερο πακέτο τσιγάρα και μιλώντας για ιστορίες πολέμου με φίλους και φίλες που είναι πρόθυμοι να σε πάνε σπίτι μετά και να σε ακούσουν να ξερνάς το γιατροσόφι.

So here’s to all of us.

Σε αυτούς που πονάνε και κλαίνε, για να ελαφρύνουν το μυαλό τους.
Σε αυτούς που πονάνε και κάνουν πως δεν κλαίνε, για να μην γίνουν βάρος σε αυτούς που δεν έχουν κανένα λόγο να κλαίνε και
σε αυτούς που πονάνε και δεν κλαίνε, γιατί φοβούνται πως κανείς δε θα καταλάβει το γιατί πραγματικά κλαίνε.

How happy is the blameless vestal’s lot!

How happy indeed…

PS: Γιατί παίζει τόσο μοναξιά εκεί έξω;; Πού είναι αυτές/οι που ψάχνουν κάποιον/α να γνωρίσουν, να φιλήσουν για πρώτη φορά, να αγαπήσουν, να μισήσουν, να στηριχτούν και να απογοητευτούν, να φύγουν, να γυρίσουν και να τα ξανακάνουν όλα από την αρχή;; Ζωή που επαναλαμβάνεται μέσα στους αιώνες…μοναξιά)

PS2: Eγώ φταίω ή όλα φαίνονται μουντά; Ίσως πάλι να φταίει ο Gary Jules… Θα μου πει ο ήλιος το πρωί τι έφταιγε τελικά. Πάντα το κάνει.





Story of me

14 01 2007

Αυτή είναι η ιστορία μου.

Θέλησα να τη γράψω για δύο λόγους.

Γιατί δεν ξέρω αν ποτέ κάποιος μεγάλος συγγραφέας ή σπουδαίος ποιητής θα ενδιαφερόταν να την αναλύσει σε κάποιο από τα έργα του. Δεν πιστεύω οτι θα πούλαγα πολύ σα θέμα. Τουλάχιστον όχι όπως θα ήθελε κάποιος εκδοτικός οίκος.

Και για έναν ακόμα λόγο. Γιατί οι αναμνήσεις είναι δικές μου. Και όσο καλός και αν είναι ο συγγραφέας, όσο όμορφες και αν είναι οι ομοιοκαταληξίες του ποιητή, οι αναμνήσεις είναι μονάχα δικές μου. Οι αναμνήσεις είναι χρώματα και οσμές. Γεύσεις και σπασμένοι ήχοι. Και μόνο εγώ μπορώ να τις γράψω ωμά, χωρίς να μου χαρίζω τα λάθη μου ή να αμβλύνω τις μαλακίες μου. Γιατί δεν χρειάζεται έρευνα και μελέτη, γιατί τα έχω όλα φυλαγμένα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Εκεί που κοιμούνται οι αναμνήσεις και ξεκουράζονται οι σκέψεις.

Γεννήθηκα το 1986. 21 χρόνια πριν. Οι γονείς μου πάντα με αγαπούσαν όσο τίποτα στον κόσμο. Δεν έχω τίποτα να τους προσάψω: ούτε ξενύχτια και ατέλειωτες βραδιές με μπέιμπι-σίτερς, ούτε άσκοπα έξοδα και τσιγκουνιά σε δικές μου ανάγκες, ούτε έλλειψη αγάπης. Με μεγάλωσαν σωστά (κατά τα δικά τους πρότυπα) και μου έφτιαξαν τον όμορφο, γυάλινο τοίχο γύρω από τις πληγές μου για να μην μπορεί κανείς να τις δει. Με έμαθαν να ζητάω μόνο όταν πρέπει, να λέω «ευχαριστώ» και «παρακαλώ», να νοιάζομαι για τους άλλους και να ζητάω συγγνώμη όταν πρέπει. Και γι’αυτό τους αγαπάω. Δεν με έμαθαν ποτέ να χτυπάω όταν με χτυπάνε, να απαντάω όταν με προκαλούν και να συντηρώ το τοίχος που χτίσανε γύρω από τις πληγές μου μόνος μου. Και γι’αυτό τους μισώ.

Μεγάλωσα όπως κάθε παιδί. Δεν ήμουν ποτέ τέλειος σε τίποτα. Ήμουν πάρα πολύ καλός μαθητής, κάτι που αναρωτιέμαι ακόμα μήπως ήταν απλά σωστή επίδειξη των όποιων γνώσεων είχα στους καθηγητές μου, ήμουν μέτριος στα αθλήματα, αρκετά δημοφιλής και αγαπητός, μέτριος στα ερωτικά μου, μέτριος στις αποδοχή των αλλαγών στη ζωή μου… Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν ο κόσμος αυτός φτιάχτηκε για ανθρώπους σαν και εμένα, ή αν απλά οι άλλοι μας αποδέχονται γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Οι τέλειοι μας χρειάζονται (γιατί είναι λίγοι) και οι «τίποτα» μας φοβούνται και μας ζηλεύουν γιατί είμαστε ένας απλός και εύκολος στόχος που είναι καταδικασμένοι να μην πιάσουν ποτέ.

Πήγα σχολείο στα 6 μου. Έμαθα να διαβάζω, να μετράω και να σκέφτομαι. Έμαθα να αμφισβητώ και να είμαι ελεύθερος μέχρι εκεί που επιτρέπεται. Κυρίως όμως, έμαθα πως οι άνθρωποι δεν είναι σχεδόν ποτέ αυτό που φαίνεται. Έμαθα πως αυτό που φαίνεται είναι απλά η εικόνα που θέλουν να δείχνουν στον κόσμο. Και πως αυτή η εικόνα, αν πλασαριζόταν σωστά, μπορούσε να πείσει και τον πιο έξυπνο ή αμφισβητία πως είναι αληθινή. Έμαθα πως στη ζωή πρέπει να έχουμε στόχους και όνειρα, γιατί μέσα από αυτά και μόνο μπορούμε να ελπίζουμε και να προχωράμε στο μέλλον. Διάβαζα, πρόσεχα, ρούφαγα σα σφουγγάρι αυτά που μου έλεγαν, όχι γιατί με ένοιαζαν αλλά γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Έπλασα έναν εαυτό πέρα από την δική μου πραγματικότητα και τον φόρεσα για να μην ξεχωρίζω από την μετριότητα των άλλων. Μια μετριότητα ανάμεσα σε εκατομμύρια μετριότητες δεν τραβά την προσοχή, έτσι;

Όταν ήρθε η ώρα δήλωσα σχολή. Δε με ενθουσίαζε. Δε μου άρεσε μπορώ να πω. Απλά τη μισούσα λιγότερο από τις υπόλοιπες. Πέρασα στην τρίτη επιλογή μου. Το γιόρτασα για να καλύψω το μεγάλο τίποτα που με γέμιζε, για να ξεγελάσω την αποστροφή της επιτυχίας μιας ακόμα μέτριας/ασφαλούς επιλογής που δε θα με γέμιζε ποτέ και για να ξεχάσω πως απλά στη ζωή τα όνειρα είναι καλά, αλλά τελειώνουν την αυγή. Η σχολή μου είναι ίδια με χιλιάδες άλλες σχολές. Οι καθηγητές, οι μισογκρεμισμένες αίθουσες, τα βαρετά μαθήματα, οι καφέδες με τους συμφοιτητές και τα προσεκτικά φτιαγμένα σκονάκια κάτω από το κάθισμα, με τον ίδιο τρόπο που μπορεί κανείς να τα βρει σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Οι παρέες μου ήταν πάντα ασφαλείς. Έμαθα να επιλέγω τα άτομα εκείνα που έμοιαζαν (και τελικά, δυστυχώς, ήταν) πιο μετρημένα, προβλέψιμα και βαρετά. Έκανα πολλά στέκια κατά καιρούς: καφετέριες, μπαράκια, σινεμά, φαγάδικα. Μέρη που δεν μου άρεσαν και όμως επέστρεφα την επόμενη μέρα, γιατί μου έδιναν ασφάλεια και με προστάτευαν από το άγνωστο που θα αντιμετώπιζα στις δυο καφετέριες στον πιο κάτω δρόμο. Τα πιο παράτολμα επιχειρήματά μου ήταν το κάπνισμα πίσω από την πλάτη της λυκειάρχισας, οι κοπάνες και οι σχεδόν αυτοκτονικές βόλτες που έκανα σε γκρεμούς και βουνά υπο κατολίσθηση όταν ήμουν παιδί.

Η ζωή μου ήταν (αντίστροφα με εμένα) μια επαναλαμβανόμενη αλλαγή. Ένας συνεχής επαναπροσδιορισμός των ονείρων και των επιδιώξεων μου. Είναι και αυτή μια στρατηγική για να σε προστατεύσει από την κατάθλιψη της αποτυχίας: το να δεχτείς πως απέτυχες είναι πολύ πιο οδυνηρό από το απλά να προσαρμόσεις το όνειρό σου στην δυσάρεστη πραγματικότητα. Και αυτό κάνω. Επιλέγω. Ονειρεύομαι. Προσαρμόζω. Συνεχίζω. Μίσησα τον εαυτό μου την πρώτη φορά που κατάλαβα πως ασυνείδητα το κάνω συνεχώς. Έμαθα να με δέχομαι με τα λάθη μου. Δε χαίρομαι με τις αλλαγές και ας γκρινιάζω συνεχώς πως απεχθάνομαι τη ρουτίνα. Η ρουτίνα με κουράζει αλλά με βολεύει. Είμαι πλάσμα της συνήθειας. Στεναχωριέμαι για τον θάνατο μακρινών συγγενών ή γνωστών απλά επειδή έχω συνδέσει αναμνήσεις μου ή εικόνες με εκείνους, απλά…επειδή μου χαλάει τη ρουτίνα και τη συνήθεια.

Δεν είμαι καλός άνθρωπος. Δε συγχωρώ εύκολα και δεν εμπιστεύομαι τους άλλους. Πληγώθηκα και έμαθα, πως οι άνθρωποι που αγαπούν χωρίς όρους πιο συχνά βρίσκονται μόνοι και εγαταλελειμένοι από όλους παρά εκείνοι που αγαπούν ιδιοτελώς. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που με ενδιαφέρουν πραγματικά και δύσκολα κάποιος θα μπει σε αυτόν τον κύκλο. Για μένα οι άλλοι είναι κάτι σαν το ίντερνετ – μπορεί να έχει δισεκατομμύρια σελίδες και μπορεί να επισκεφτείς χιλιάδες από αυτές στη ζωή σου, όμως λίγες είναι εκείνες που επισκέπτεσαι συχνά και θα σε ένοιαζε πραγματικά αν έκλειναν.

Το μεγάλο μου όνειρο είναι ένα: να φύγω. Από το σπίτι, την πόλη, τη χώρα, τον πλανήτη και το γαλαξία μου. Έχω την πρωτοτυπία να είμαι ίσως από τους πολύ λίγους ανθρώπους που γνωρίζουν εκ των προτέρων οτι το όνειρό τους (και κυρίως οι κινητήριες δυνάμεις πίσω από αυτό) δεν «στέκουν» όμως και πάλι το συντηρώ – ίσως απλά για να μπλέκω ακόμα καλύτερα στα εκατομμύρια των γεμάτων όνειρα μέτριων που κυκλοφορούν βουβοί στους δρόμους. Θέλω να βλέπω την απομάκρυνσή μου από ό,τι είναι οικείο ως την επανάστασή μου απέναντι στη συνήθεια και την ασφάλεια – νοιώθω πως αν φύγω μακριά θα σπάσουν οι δεσμοί που με δένουν με τη ρουτίνα μου και, ελεύθερος πλέον θα μπορώ να ζήσω. Χαζό ακούγεται, το ξέρω. Αλλά έτσι νοιώθω. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν επειδή οι περιστάσεις αλλάζουν. Οι άνθρωποι αλλάζουν επειδή έτσι θέλουν και αυτό μπορούν να το καταφέρουν είτε μένοντας εκεί που είναι είτε ταξιδεύοντας χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη βάση τους.

Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η ζωή μου είναι γεμάτη αλλαγές. Αλλαγές που δεν επιλέγω και πολλές φορές απεχθάνομαι. Αλλαγές προς το καλό και (τις περισσότερες φορές) προς το χειρότερο. Δεν έχω να γράψω μεγάλα κατορθώματα ή πράξεις πλήρους αυτοθυσίας (σας είπα, δεν είμαι καλός άνθρωπος). Έχω όμως να γράψω για μια ζωή. Μια ζωή που (όπως πολύ πιθανόν, η δική σας) δε θα ξεφύγει ποτέ από τα όριά της και θα παραδοθεί απόλυτα όταν έρθει η ώρα, στη συμβατικότητα στην οποία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια η κοινωνία μας: την οικογένεια, τη σταθερή δουλειά, τους φίλους που βλέπεις μόνο το σαββατοκύριακο και τα μποτιλιαρίσματα στις εθνικές στις επιστροφές από εκδρομές-τριήμερα.

Δεν πιστεύω πως μπορώ να αλλάξω τον κόσμο. Δε θέλω κιόλας να τον αλλάξω. Μια χαρά είναι ο κόσμος. Υπήρχε πριν από εμένα και θα υπάρχει χωρίς καμία αλλαγή και όταν εγώ δε θα υπάρχω. Πιστεύω πως πρέπει να αλλάξω τον εαυτό μου.

Είναι Κυριακή απόγευμα, λίγο πριν βγω για καφέ/ποτό σε ένα από τα μπαράκια της περιοχής μου όπου θα μιλήσω με φίλους και φίλες για παλιά κολλήματα με γκόμενες, θα γελάσω με αναμνήσεις από το Λύκειο, το Δημοτικό, και το Γυμνάσιο, θα γκρινιάξω για την εξεταστική που έρχεται και δε θα ακουμπήσω καθόλου αυτά που με πονάνε και με αγχώνουν. Δε θα αναφέρω την επιθυμία μου να φύγω, γιατί φοβάμαι πως κανείς δε θα πιστέψει και πάλι οτι το εννοώ. Όλοι θα γνέψουν ξανά «ναι», δήθεν συγκαταβατικά και θα σκεφτούν πόσο καιρό χρειάζεται ένας άνθρωπος για να εγκαταλείψει ένα όνειρο. Δε θα μιλήσω για την κοπέλα που αγαπάω, γιατί τώρα είναι με άλλον και απλά θα φανώ μαλάκας και θα εκπέμπω λύπηση και θα ανοίγουν τις αγκαλιές τους για να με προστατεύσουν χωρίς εγώ να το ζητήσω ή να ξέρω πως πρέπει να αντιδράσω στις παροτρύνσεις τους να την ξεχάσω. Δε θα αναφέρω την αναπάντητη που μου έκανε εκείνη, για να μην τους δώσω πάτημα να μου πουν «δες…δε σε ξεπέρασε ακόμα» γιατί μπορεί να ‘ναι και αλήθεια και αυτό μονάχα κακό θα μου κάνει στο τέλος της νύχτας. Αντίθετα, θα δεχτώ να ακούσω τα δικά τους κολλήματα για γκόμενους/ες χαμένους που ξεχάστηκαν στο χτες και έμειναν στο μυαλό σαν φευγάτες σκιές στο σταθμό του τρένου που όμως δε λέει να περάσει. Θα δικαιολογήσω τη βλακεία της παρέας, θα προσπαθήσω να πείσω τους πάντες πως είμαι καλά. Θα νοιώθω αμήχανα για όλες εκείνες που θα με κοιτάξουν, ιδιαίτερα αν είναι και εκεί εκείνη η γκαρσόνα που μου είχε χαμογελάσει πονηρά την προηγούμενη φορά. Θα πιώ για να θυμηθώ και θα καπνίσω για να ξεχάσω. Θα γελάσω για να λυτρωθώ και θα στεναχωρηθώ για να μάθω.

Θα γυρίσω αργά. Γύρω στις 2-3. Όταν οι δικοί μου θα κοιμούνται και ο κόσμος στους δρόμους θα έχει λιγοστέψει. Θα γδυθώ, θα πλύνω τα δόντια και το πρόσωπό μου και θα ξαπλώσω. Αν είμαι τυχερός, μπορεί στην τηλεόραση να έχει κάτι να δω, μέχρι να με πάρει ο ύπνος.

Όχι…δεν νομίζω ποτέ κανένας συγγραφέας να ενδιαφερόταν για τη δική μου ιστορία. Για τη ρουτίνα, τη μετριότητα, τα λάθη και τις αναμνήσεις μου. Είναι όλα αυτά κομμάτια μου όμως και αφού δεν μπορώ να είμαι ολοκληρομένος σαν άνθρωπος, ίσως με το να τα βάζω σε μια σειρά στην οθόνη του υπολογιστή μου να βγάλω κάποια άκρη για εμένα, εσένα, τα πάντα.

Αυτή είναι η ιστορία μου.





Hello world!

14 01 2007

Welcome to WordPress.com. This is your first post. Edit or delete it and start blogging!