Curtain Call

1 01 2015

 

index

Οφείλω να παραδεχτώ κάτι πριν ξεκινήσω αυτό μου το post.

Ποτέ δεν ήμουνα καλός στους αποχωρισμούς

Πάντα μου έβγαιναν πιο αδιάφοροι ή πιο συναισθηματικοί απ’ ότι πραγματικά ήθελα. Οι αποχαιρετισμοί είναι σα να διοργανώνεις surprise party στον κολλητό σου. Ποτέ δεν ξέρεις αν θα δακρύσει από τη συγκίνηση ή θα αδιαφορήσει πλήρως.

Απ’την άλλη fuck it…who cares?

Αυτός είναι ο δικός μου αποχαιρετισμός στα όπλα και δε δίνω μία…

The Story of Everything is rolling down its curtains… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





The Violence We Do To Ourselves

14 05 2016

Κάθε τρεις μήνες αλλάζω θέση στο desktop μου.

Μία το έχω στο έξτρα δωμάτιο (που ήταν για χρόνια το γραφείο μου), μία στην κουζίνα, μία στο σαλόνι να βλέπει έξω από το μπαλκόνι.

Δεν ξέρω ακριβώς γιατί το κάνω. Κάθε φορά μου παίρνει λίγο χρόνο να συνηθίσω. Ποτέ δεν ξέρω πού να βάλω τα πόδια μου στην αρχή.

Υποθέτω, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ.

Όπως η ανάγκη για διαρκή αλλαγή και η δυσπροσαρμοστικότητα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





The Machine

27 01 2016

Υπήρχε ένα Μηχάνημα, στο δεύτερο σκαλί, στη σκάλα που οδηγούσε από το πατρικό μου στην ταράτσα.

Θυμάμαι (ή έχω την αίσθηση πως θυμάμαι) ότι το είχε φέρει ο πατέρας μου, αν και στην κατάσταση που ήμασταν όλοι τότε θα μπορούσε να είχε εμφανιστεί ex nihilo και κανείς μας δε θα είχε την ψυχική δύναμη να αναρωτηθεί πώς στο διάλο έγινε αυτό.

Ήταν μέσα σε μια λευκή σακούλα, ποτισμένη φαρμακίλα. Δε θυμάμαι ακριβώς τη μυρωδιά, θυμάμαι τον τρόπο που με έκανε να αισθάνομαι η μυρωδιά: αναγούλα, αηδία και αποστροφή.

Το Μηχάνημα είχε ένα μικρό φυλλάδιο οδηγιών.

Δε θυμάμαι τι έκανε ακριβώς το Μηχάνημα. Κάτι με την αναπνοή σου. Θα βοηθούσε να συνεχίσεις να αναπνέεις, μέχρι να μην υπήρχε κανένα μηχάνημα στον κόσμο να σε βοηθούσε να αναπνέεις.

Κάτι για το λαιμό σου θυμάμαι. Είχε κάτι να κάνει με καθάρισμα.

Και έκανε έναν φριχτό ήχο όταν στο έβαζαν στο νοσοκομείο. Απαίσιο. Αηδιαστικό ήχο. Στο μυαλό μου τον έχω αποθηκεύσει κάπου ανάμεσα στον ήχο που κάνουν οι τουαλέτες που ρουφάνε μέσα το νερό και ο σκουπιδοφάγος.

Το αποφεύγαμε όλοι μας αυτό το Μηχάνημα. Πηγαίναμε από την άλλη πλευρά της σκάλας για να διατηρήσουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε εμάς και Αυτό.

Υποκρινόμασταν ότι διαβάζαμε τις οδηγίες του και λέγαμε ο ένας στον άλλο «έλα, μάθε πώς δουλεύει, θα το χρειαστούμε όταν γυρίσει σπίτι είπαν οι γιατροί» και κανένας μας δε γύρισε να πει «δε θα γυρίσει σπίτι ποτέ, σπαταλάς το χρόνο σου».

Και θα είχε δίκιο, τελικά, όποιος το έλεγε.

Γιατί δε γύρισες ποτέ ξανά σπίτι.

Ποτέ δεν το χρησιμοποίησες το Μηχάνημα κι όμως Εκείνο έμεινε στο σπίτι σου και μετά από εσένα.

Το θυμάμαι στις σκάλες την ώρα που ανέβαζαν τη μάνα μας υποβασταζόμενη. Την ώρα που εγώ ρώταγα «τι έγινε;» όχι γιατί δεν ήξερα, αλλά γιατί είχα ανάγκη να ακούσω τις λέξεις.

Ήταν εκεί το πρωί της κηδείας σου. Θυμάμαι τη βρώμα της λευκής σακούλας να κατακλύζει τη σκάλα.

Και έπειτα, δεν ήταν πια εκεί. Και εγώ δε ρώτησα ποτέ τι απέγινε.

Για κάποιο λόγο θεώρησα (ή έπεισα τον εαυτό μου, δεν ξέρω) ότι το Μηχάνημα χαρίστηκε σε κάποιον που μπορεί όντως να είχε λίγο χρόνο ακόμα για να το χρησιμοποιήσει.

Γιατί εσύ δε γύρισες ποτέ ξανά σπίτι και το Μηχάνημα, με τον φριχτό ήχο του και το ηλίθιο φυλλάδιο οδηγιών του, δε σε βοήθησε να αναπνεύσεις για λίγο καιρό ακόμα.

Δε σου θυμώνω που δε γύρισες. Ήταν ανεκτό. Διαχειρίσιμο σχεδόν. Με ηρεμιστικά για τους γονείς μας και ατέλειωτες ώρες γραψίματος για εμένα.

Ίσως να’ταν και καλύτερα που δε γύρισες. Παρόλες τις μαύρες στιγμές που ζήσαμε στους τέσσερις τοίχους του, ήταν πάντα ένα μέρος ασφαλές για εσένα. Δεν υπήρχαν Μηχανήματα. Δεν υπήρχε φόβος.

Δε θα το δεχόμουν τότε – τότε που 1 ακόμα μέρα μαζί σου θα ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο – αλλά σήμερα μπορώ να καταλάβω πόσο εγωιστικό ακούγεται αυτό. Πονάει. Θα’θελα να μπορούσα να το ευχηθώ, αλλά όχι εις βάρος σου. Όχι πια.

Μέσα σ’όλα, είχαμε αρχίσει να μαθαίνουμε στην απουσία σου ενώ ήσουν ακόμα παρούσα. Εκπαιδεύαμε τους εαυτούς μας. Δε νομίζω ότι βοήθησε αλλά μπορεί και να βοήθησε και να μην το κατάλαβα. Είναι απίστευτο πόσο προσπαθεί να σε προστατεύσει το μυαλό σου από το ναυάγιο που έρχεται.

Απόψε ήρθε στο μυαλό μου το Μηχάνημα, ενώ κανένα ερέθισμα της ημέρας δε θα μπορούσε λογικά να οδηγησει σε αυτό. Μπορεί ο ιππόκαμπός μου να έχει αρχίσει να τα παίζει. Και αποφάσισα να ξορκίσω αυτό το δαίμονα με συνοπτικές διαδικασίες.

Γιατί κάποια Μηχανήματα, όταν αυτό είναι δυνατό, καλύτερα να μένουν για πάντα σβηστά.





And God made Dog

20 11 2015

Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που έγραψα το τελευταίο μου post σε αυτές τις σελίδες.

Και αυτό το post εδώ δεν είναι η αρχή μιας νεκρανάστασης, αλλά ένα one-off. Κάτι που ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, για ένα θέμα διαφορετικό από αυτά που συνήθιζα να γράφω.

So, for those of you that are still hanging around this place, here it goes…

 

Ένα χρόνο πριν, αποφάσισα ότι η περίοδος αγρανάπαυσής μου (see here) είχε έρθει η στιγμή να τελειώσει και πως αν ήθελα να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου και να πάψω να σκέφτομαι ιδεοψυχαναγκαστικά όλα όσα θα μπορούσαν δυνητικά να πάνε στραβά, κολλημένος για πάντα σε μια καρέκλα, έπρεπε να ξεκινήσω να κάνω πραγματικότητα όσα διατηρούσα για δεκαετίες ολόκληρες στα όνειρα και τις σκέψεις μου.

Among other things (τα οποία δεν είναι της παρούσης), ένα χρόνο ακριβώς πριν, πήγα στο Καταφύγιο Ζώων της περιοχής μου, για να δω από κοντά τα κουταβάκια που είχα δει σε μια αγγελία τους στο facebook.

Χρειάστηκε να κοροϊδέψω τον εαυτό μου με τη σκέψω ότι πηγαίνω απλά να δω και όχι να υιοθετήσω ενώ αν με ρώταγες θα σου έλεγα ότι πάω για να επιλέξω ποιό θα υιοθετήσω όχι απλά για να τα δω.

Δεν ξέρω γιατί ένα όνειρο δεκατιών με τρόμαζε τόσο τώρα που η πραγματοποίησή του ήταν στην άκρη του χεριού μου. My fucked up psychology, I guess.

Πήγα για πρώτη φορά στο καταφύγιο ένα μεσημέρι Παρασκευής.

Παρακάτω μπορείτε να δείτε μερικά από τα κουταβάκια της γέννας αυτής:

20141122_125036_16605

Από τις φωτογραφίες της αγγελίας είχα «επιλέξει» το λευκό που βλέπετε.

Όταν έφτασα όμως εκεί ένας ασπρόμαυρος, πιτσιλωτός κύριος μου έκλεψε την καρδιά με το κλάμα του και τη συστολή του. Καθόταν και έτρωγε μόνος του και έπειτα ξάπλωσε πάνω στον αδερφό του για να κοιμηθεί.

Όταν τον πήρα στα χέρια μου – χωρούσε στην παλάμη μου ακόμα τότε – ήξερα πως δεν υπήρχε πια λόγος να χρησιμοποιώ ψυχολογικά τρικ για να νιώσω ασφάλεια για την κίνησή μου. Ένιωσα πως εκείνος είναι για εμένα και εγώ για εκείνον – οι δυο μας μαζί μέχρι το τέλος.

Μια εβδομάδα μετά τον έφερα στο σπίτι του.

Γιατί αυτό είναι πλέον το τέως σπίτι Μου – σπίτι Μας.

Αφού έφυγαν όλοι και μείναμε οι δυο μας του υποσχέθηκα πως θα περάσουμε τα καλύτερά μας χρόνια μαζί.

Η γκρίνια και τα κλαματάκια κράτησαν πολύ λίγο. Σύντομα συνήθισε, ήταν μονίμως πεινασμένος και αξιολάτρευτα μικρούλης και όταν καθόμουν στο πάτωμα κουλουριαζόταν για να κοιμηθεί ανάμεσα στα πόδια μου.

Φαντάζομαι πως κάθε ανθρωπος που υιοθετεί σκύλο θεωρεί το δικό του πανέξυπνο, και ίσως να έχουμε όλοι δίκιο κατά κάποιο τρόπο, αλλά ο δικός μου έμαθε από την πρώτη κιόλας μέρα να κάνει την ανάγκη του στην πάνα του και πού πρέπει να κοιμάται. Εγώ αυτό το λέω εξυπνάδα. Και ζηλεύω απέραντα την προσαρμοστικότητά του.

———————————————————–

Δεν ένιωθα κούραση στην αρχή. Κάποια στιγμή όμως, ιδιαίτερα αν είσαι ο μοναδικός που το φροντίζει (γιατί θέλεις να δώσεις χρόνο στους ανθρωπους γύρω σου να συνηθίσουν τη νέα προσθήκη στην οικογένεια), οι δυνάμεις σου σε εγκαταλείπουν.

Οι δικές μου με εγκατέλειψαν γύρω στα τέλη Ιανουαρίου.

Τότε – για πρώτη και τελευταία φορά – έκανα τη σκέψη πως ίσως να έπρεπε να τον επιστρέψω στο καταφύγιο. Πως ίσως ήταν πολύ μεγάλη ευθύνη για έναν «επιλεκτικά υπεύθυνο» τύπο σαν εμένα.

Αυτό όμως που γράφω παραπάνω, δεν είναι απόλυτα ειλικρινές.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ηταν τόσο οι δυνάμεις μου που με εγκατέλειπαν, όσο η δική μου απόλυτη αφοσίωση και προσήλωση μονάχα σε εκείνο που με είχε κουράσει αλλά – για να μη γελιόμαστε μεταξύ μας – περισσότερο από όλα ήταν ο παλιός, τεμπέλης και βολεμένος εαυτός μου που ήθελε τα πάντα εύκολα, έτοιμα και χωρίς κόπο που έκανε την νοθρή επανεμφάνισή του σε μια τελευταία προσπάθεια να μου επιβάλει την μιζέρια και την απόλυτη παράδοση σαν αποδεκτό τρόπο ύπαρξης.

Ένα βράδυ, όμως, που εκείνος είχε κοιμηθεί στα πόδια μου και τον κοιτούσα χαϊδεύοντας την πλάτη του, συνειδητοποίησα ότι για εκείνον εγώ είμαι ολόκληρος ο κόσμος του. Και με πήραν τα κλάματα και μόνο στη σκέψη πως θα τον άφηνα μόνο του. Ξύπνησε, μου έγλυψε το μάγουλο και ξανακοιμήθηκε.

Εκείνο το βράδυ κατάλαβα κάτι που ήξερα αλλά δεν είχα ακόμα συνειδητοποιήσει:

Ότι η εποχή χωρίς εκείνον ήταν πλέον έναν παρελθόν στο οποίο δεν ήθελα να γυρίσω ποτέ πια πίσω.

———————————————————–

Ανησυχώ για εκείνον τις ώρες που μένει μόνος του και μου λείπει απερίγραπτα.

Τρέχω να γυρίσω για να τον βγάλω βόλτα και, αν χρειαστεί να λείψω παραπάνω ώρες από το κανονικό, να τον πάω στους γονείς μου.

Θέλω να είναι ευτυχισμένος. Να παίζει και να περνάει χαρούμενα τις ώρες του μαζί μου και να νιώθει ασφαλής και ήρεμος όταν δεν είμαστε μαζί.

Όταν επιστρέφω πίσω χαίρεται και χοροπηδάει σα να έχει να με δει χρόνια και ας ήταν μονάχα λίγες ώρες. Η καρδιά μου κάνει κωλοτούμπες μαζί του όταν πέφτει στην αγκαλιά μου.

Και οι γονείς μου;

Η μάνα μου που δεν ήθελε να ακούει για σκύλους και τον έτρεμε, τώρα φτιάχνει λιχουδιές μόνο για εκείνον, τον ταϊζει στο στόμα και κατουριέται στα γέλια όταν πάει και την ξυπνάει γλύφοντάς της τη μύτη. Ο πατέρας μου, παίζει μαζί του σαν μικρό παιδί.

———————————————————–

Το να έχεις σκύλο σημαίνει, όπως και όλα όσα έχουν αξία στη ζωή, πως θα χρειαστεί να κάνεις θυσίες.

Δε θα έχεις πια τον ελεύθερο χρόνο που είχες. Θα πρέπει να μάθεις να ζεις με τρίχες στο πάτωμα και η ηλεκτρική σκούπα θα γίνει προέκταση του χεριού σου.

Αλλά ο σκύλος μου με έχει βοηθήσει τόσο πολύ και σε τόσα πράγματα, που η λέξη θυσίες είναι άδικη και όποιος έχει σκύλο μπορεί να σας το επιβεβαιώσει.

Έχω γίνει πιο κοινωνικός, χάρη σε εκείνον. Πιο υγιής. Πηγαίνουμε μαζί τεράστιες βόλτες και έχω γνωρίσει τα ομορφότερα μέρη της πόλης μου μαζί του. Έχουν σταματήσει να με κυνηγάνε εμμονές που κουβαλούσα στην πλάτη μου από παιδί – δεν έχω χρόνο πια να τρώγομαι με τα κατα φαντασίαν προβλήματά μου.

Μα πάνω απ’όλα κατάφερε χωρίς καν να προσπαθήσει να βάλει και πάλι τη χαρά και το παιχνίδι σε μια οικογένεια που είχε από καιρό αρχίσει να θυμίζει επικίνδυνα τους ζωντανούς νεκρούς του Walking Dead.

Και σας ορκίζομαι γελάω. Σα μικρό παιδί. Γελάω τόσο πολύ μαζί του, Θεέ μου…

Και αυτό είναι κάτι που μονάχα με την αγάπη και τη φροντίδα μου μπορώ να του ξεπληρώσω.

————————————————————

Έχοντας ζήσει το θάνατο από μικρός, γνωρίζω πως η κατάρα του να αγαπάς ένα σκύλο είναι πάντα η ίδια: ο χρόνος σας μαζί είναι πάντα λίγος.

(όχι ότι δεν ισχύει αυτό και με τους ανθρώπους που αγαπάς, απλά ακόμα και αν όλα πάνε καλά, θεωρητικά πάντα, ο χρόνος σου είναι μαθηματικά μικρότερος μαζί του)

Με τρομάζει η ιδέα πως μια μέρα θα ξυπνήσω μόνος μου, χωρίς αυτή την υγρή μύτη να προσπαθεί να με σηκώσει από το κρεβάτι χαράματα, για να πάμε να παίξουμε και να κυνηγήσουμε τα περιστεράκια του πάρκου.

Είναι το φιλαράκι μου, ένα αγαπημένο μέλος της οικογένειάς μου και ξέρω πως η ζωή χωρίς εκείνον θα είχε λιγότερο φως.

Αυτές όμως είναι σκέψεις που δεν κάνω συχνά – αντίθετα με τον παλιό μου εαυτό που θα τις έκανε συνέχεια.

Αν ο σκύλος μου με έχει μάθει κάτι αυτό θα είναι ότι ζωή είναι αυτό που συμβαίνει τώρα. Το πριν και το μετά λίγη σημασία έχουν, γιατί το ένα δεν αλλάζει και το άλλο δεν το ξέρεις. Γι’αυτό να ζεις ευτυχισμένος όσο περισσότερο μπορείς για όσο χρόνο μπορείς.

Αααα… και το ότι ΠΑΝΤΑ είναι η σωστή ώρα για να παίξεις με μια μπάλα.

————————————————————-

Την ώρα που γράφω αυτό το post, εκείνος κοιμάται στον καναπέ.

Ξυπνάει πού και πού, έρχεται κοντά μου, περιμένει να του χαϊδέψω τη μουσούδα και έπειτα ξαναπέφτει για ύπνο.

Θέλω να κλείσω αυτό το «back from The Writing Dead» post με μία απολύτως άχρηστη διαπίστωση, 1 χρόνο ακριβώς μετά την υιοθεσία του φιλαράκου μου.

Και είναι απολύτως άχρηστη, γιατί αυτοί που θα την καταλάβουν το ξέρουν ήδη και αυτοί που θα τους φανεί αλλοπρόσαλλη δε θα μπορέσουν να το πιστέψουν.

Δεν υπάρχει πιο άδολη, ανιδιοτελής και υπέροχη αγάπη από αυτή που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις ένα ζώο.

Όταν υιοθετείς ένα ζώο περιμένεις κάποια πράγματα – το παιχνίδι, τη χαρά, τη συντροφιά.

Oh but trust me, dear reader.

Παίρνεις τόσα, μα τόσα πολλά περισσότερα που θα χρειαζόμουν χρόνια και ατέλειωτες σελίδες για να στα εξηγήσω όλα.

—————————–

ΥΓ: Αν σκέφτεσαι σοβαρά να αποκτήσεις το δικό σου σκύλο, υιοθέτησε από κάποιο καταφύγιο. Πίστεψέ με, η αγάπη είναι ελεύθερο αγαθό – δεν πωλείται αποκλειστικά από τα pet shops.





The Ages of Life

21 11 2014

Όταν σκέφτομαι τη ζωή – τη δική μου, τη δική σου και κάθε άλλου ενδιάμεσα – μου αρέσει να την τοποθετώ σε μια νοητή ευθεία όπως αυτή των περιόδων της ιστορίας. Γιατί, εδώ που τα λέμε, μπορεί να μιλάμε για την πορεία μίας μονάχα ζωής αλλά τι είναι οι ιστορικές περίοδοι αν όχι ένας ωκεανός ανθρώπινων ζωών; Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Ο Θάνατος Είναι Μια Βρώμικη Υπόθεση, Part II

29 10 2014

Με ρίσκο να μετατρέψω το blog μου στη στήλη «Θάνατοι» τοπικής εφημερίδας, αυτό το post αφορά έναν ακόμη θάνατο στην οικογένειά μου. Two in one month. What are the chances?

Επίσης θεία.

Επίσης μεγάλης ηλικίας.

Αυτή τη φορά όμως, υπάρχουν υπόλοιπα.

Υπόλοιπα που πρέπει κάπου να ειπωθούν.

Με την αιώνια ελπίδα λοιπόν ότι το wordpress πιάνει και σε post-mortem ιντερνέτια… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Ο Θάνατος Είναι Μια Βρώμικη Υπόθεση

10 10 2014

Πήγα σε μια κηδεία τις προάλλες.

Για κάποιο λόγοι οι (ηλικιωμένοι ευτυχώς) συγγενείς μου, επιλέγουν να την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια για τόπους αναψύξεως με το που σκάει μύτη το φθινόπωρο. Είχα να πάω από πέρσι σε κηδεία.

Δυστυχώς, εκείνη που χάθηκε ήταν μια θεία που αγαπούσα από παιδί. Ευτυχώς, ήταν μια γυναίκα 90φεύγα χρονών που έζησε μια ζωή γεμάτη, την έζησε με πάθος και όπως ακριβώς τη γούσταρε. Είδε παιδιά, εγγόνια και τα τελευταία χρόνια πρόλαβε να ακούσει και τα δισέγγονά της να τη λένε «πρό-γιαγιά».

Θυμάμαι ότι της έκανα πλάκα όταν γεννήθηκε το πρώτο δισέγγονό της, ότι με τόσα χρόνια εμπειρίας στον τομέα γιαγιά, δεν την έλεγαν προ-γιαγιά αλλά «pro» γιαγιά. Και γέλαγε. Με εκείνη τη βαθιά μπάσα φωνή της που θα ήταν τέλεια για διαφήμιση τσιγάρων Santé.

Η κηδεία της ήταν απλή και σεμνή και η κόρη της λυπημένη αλλά συνειδητοποιημένη.

Σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια της ακολουθίας πως για όλους όσους βοήθησε, αγάπησε και έζησε μαζί της όλα αυτά τα χρόνια της ζωής της, ο κόσμος στην κηδεία ήταν πολύ λίγος. Αλλά μετά συνειδητοποίησα πως οι περισσότεροι από αυτούς που άνηκαν σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες είχαν ήδη πεθάνει πριν από εκείνη. Και, με κάποιον τρόπο, αυτό με έκανε να γελάσω μέσα μου και να συνειδητοποιήσω πως δεν ήμουν παρών στο θρήνο για το χαμό μιας αγαπημένης θείας, αλλά στην γιορτή για το μέγεθος και την ποιότητα της ζωής της.

Ήταν πλήρης ημερών, αλλά πάνω απ’όλα, ήταν πλήρης εμπειριών.

Κάτι όμως μου έκανε εντύπωση στην κηδεία.

Η αποστείρωση.

Και θυμήθηκα αμέσως μια σκηνή από το Six Feet Under – που αν ΕΣΥ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές δεν το έχεις δει, τρέχα στο «θείο» να το κατεβάσεις ASAP, γιατί δεν είναι σειρά αλλά εμπειρία ζωής.

Δες παρακάτω για να καταλάβεις τι εννοώ:

(Δεν έχει spoilers. Είναι από το πρώτο επεισόδιο και το θάνατο αυτόν τον ξέρεις και διαβάζοντας το summary της σειράς γιατί είναι ο καταλύτης της)

Όχι, δεν υπήρχε αλατιέρα στην κηδεία της θείας μου.

Αλλά υπήρχαν γαντάκια.

Πλαστικά γαντάκια χειρουργείου.

Καταλαβαίνω το θάνατο. Πιστέψτε με, έχασα μια αδερφή στα 9 της χρόνια – τον νιώθω στα κόκαλά μου το θάνατο.

Κατανοώ την ανάγκη των ανθρώπων να τον… εξωραΐσουν. Να τον κάνουν πιο… καθωσπρέπει (for lack of a better word).

Αλλά o Nate παραπάνω έχει δίκιο: αυτό είναι και το μέγιστο λάθος μας.

Ο θάνατος δεν είναι αποστειρωμένα γαντάκια χειρουργείου.

Ο θάνατος είναι μια βρώμικη υπόθεση.

Μια messy (δεν υπάρχει καλή απόδοση στα ελληνικά) κατάσταση, μια αναταραχή στον κόσμο εντός και εκτός σου.

Δεν επιδέχεται πολιτισμικού εκμοντερνισμού για τον απλούστατο λόγω πως είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα που έχουν παραμείνει ως έχουν από την αρχαιότητα έως και σήμερα: πονάει ο πούστης.

Δεν έχει σημασία αν είσαι ο Λόρδος Βύρωνας ή το απόλυτο βλαχαδερό. Όταν χάνεις τον άνθρωπό σου πονάς πάντα με τον ίδιο αρχέγονο πόνο που πονούσε και ο προ-προ-προ-προ-προ-προ-προ πάππους σου και ο δικός του αντίστοιχα.

Και όταν πονάς, πρέπει ο πόνος να ξεσπά κάπως. Ειδάλλως συσσωρεύεται σα δηλητηριώδες νεφέλωμα στο μπουκάλι. Και κάποια στιγμή θα σκάσει – δεν τίθεται θέμα αν θα σκάσει ή όχι, είναι μονάχα θέμα χρόνο το πότε θα γίνει.

Δε φόρεσα, λοιπόν, γαντάκι.

Όχι γιατί είμαι εξυπνότερος από τους άλλους. Όχι γιατί εγώ καταλαβαίνω τον πόνο καλύτερα. Όχι γιατί εγώ πόνεσα περισσότερο.

Αλλά γιατί έτσι είναι ο θάνατος. Βρώμικος.

Άσε τα γαντάκια στην άκρη για μια στιγμή και, αν νιώθεις να το κάνεις, πιάσε το χώμα με τα χέρια σου. Αν δε νιώθεις, it’s all good και πάλι: κανένας νεκρός δε γύρισε να σου πει «γιατί δε μου ‘ριξες χώμα στην κηδεία μου;». Αλλά αν το νιώθεις πραγματικά, γάμα τα τα γαντάκια.

Ναι, αυτό το χώμα πριν σκέπαζε κάποιον άλλο νεκρό και τώρα θα σκεπάζει το δικό σου και κάποια μέρα κάποιον άλλο.

Είναι εντάξει, δε θα κολλήσεις θάνατο.

Τίμησε έτσι τον άνθρωπο που αγάπησες.

Χωρίς αποστείρωση και betadine αποχεραιτισμούς. Χωρίς καθωσπρεπισμούς.

Από το θάνατο δε γλίτωσε κανείς. Ούτε εγώ ούτε και εσύ θα γλιτώσουμε.

Είναι μια απαίσια κατάσταση για αυτούς που μένουν πίσω και ένας οξύς πόνος στην καρδιά που αμβλύνεται λίγο γνωρίζοντας πως ο άνθρωπος που μόλις αποχαιρέτισες έζησε τη ζωή του στο full – ΑΝ το πρόλαβε αυτό.

Αλλά όταν επιλέγεις να πεις αντίο, λέγε αντιο με το στόμα ανοιχτό.

Όχι με ψιθύρους.

————————————————————-

Γεία σου, ρε θεία.