Την κοίταζε καθώς κοιμόταν.
Κλεφτά, σαν παιδάκι του δημοτικού που παίζει με τη συμμαθήτριά του για λίγη προσοχή, για ένα πρώτο σκίρτημα.
Άναψε τσιγάρο και ο καπνός σχημάτισε ένα μικρό σύννεφο πάνω από το κρεβάτι. Τον ακολούθησε με το βλέμμα του να κινείται ανάμεσα στους κιτρινισμένους τοίχους, τα στενά δωμάτια και να εξαφανίζεται πίσω από τις κουρτίνες και κάτω από τα χιλιοπλυμμένα σεντόνια.
Και έπειτα πάλι σε εκείνη.
Τι κερδίζεις όταν παίζεις με την αγάπη;
Μια-δυο στιγμές ηδονής και ένα φευγαλέο συναίσθημα ότι ανήκεις κάπου και σου ανήκει κάτι. Φαίνεται πως αυτά όμως είναι ακριβά και η πληρωμή είναι πάντα πιο οδυνηρή από την ευτυχία της στιγμής: ωκεανοί μοναξιάς, ατέλειωτες ώρες αναμονής και όλα αυτά μαζί με την αίσθηση ότι έρχεσαι δεύτερος, ότι χαίρεσαι κάτι που δε σου ανήκει, κάτι που έκλεψες και πρέπει να επιστρέψεις γρήγορα πριν σε καταλάβουν.
Θεέ μου, πόσες ώρες είχε περάσει σε αυτό το ίδιο, κατατονικά ίδιο, δωμάτιο τους τελευταίους έξι μήνες; Πόσες φορές είχαν βρεθεί κλεφτά στο παρκάκι λίγο δεξιά από την είσοδο και είχαν έρθει χωριστά στο δωμάτιο; Πόσες φορές είχαν κλείσει το κινητό; Πόσες φορές ευχήθηκαν αυτό και μόνο να αρκούσε για να μεταφερθείς έστω για λίγο σε έναν άλλο κόσμο; Σε εναν κόσμο που όριζες εσυ τη μοίρα σου και όχι αυτή εσένα. Σε έναν κόσμο που δε σιχαινόταν τον εαυτό του μετά τη μικρή του απόδραση.
Δεν υπήρχε όμως Θεός πάνω από αυτές τις στέγες και ο ήλιος έμοιαζε πάντα λιγότερο έντονος, μέσα από τις χαραμάδες των σκονισμένων παραθύρων. Κανείς δεν ακούει τις προσευχές που γίνονται σε αυτά τα δωμάτια και κανείς δεν νοιάζεται για τις ψυχές που τις κάνουνε.
Το τσιγάρο τέλειωνε. Δυο – το πολύ – τρεις ρουφηξιές ακόμα και τελείωνε. Και μαζί τελείωνε και ο χρόνος τους για μια ακόμα φορά. Είναι αστείο πόσο γρήγορα μοιάζει να περνά εδώ μέσα. Δεν υπάρχει ποτέ αρκετός χρόνος για κανέναν, ανάμεσα στους τέσσερεις αυτούς τοίχους.
Την ξυπνά και εκείνη ανοίγει γρήγορα τα μάτια της και πετάγεται όρθια γιατί στην πόλη της Αμαρτίας οι άνθρωποι δεν κοιμούνται ποτέ γαλήνια και κάθε στιγμή γαλήνης απαιτεί ώρες άγχους και τύψεων για να επανέλθει η ισορροπία. Τρέχει στο ντους και τη βλέπει να χάνεται μέσα στους ατμούς.
Και τότε τον χτυπάει κάτι σαν ρεύμα από κομμένο καλώδιο. Κατ’ευθείαν στην καρδιά.
Αυτή είναι η τελευταία φορά που βρίσκονται.
Δεν ξέρει γιατί το σκέφτεται. Δεν το έχουν συζητήσει καν, κανένας από τους δύο δεν έχει μέχρι στιγμή εκφράσει την επιθυμία να σταματήσουν το ταξίδι τους στην πόλη των Χαμένων. Δεν είναι άλλωστε τόσο συχνό και (ακόμα) οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να πληγωθούν από αυτό δεν το υποψιάζονται καν.
Γιατί όμως εκείνος δεν μπορεί να βγάλει από το κεφάλι του τη σκέψη πως αυτό πρέπει να είναι το τέλος; Πως έτσι είναι καλύτερα για όλους, πριν η συνήθεια γίνει ανάγκη και η απόδραση ναρκωτικό. Πως γίνεται τα πιο όμορφα πράγματα στον κόσμο να είναι και τα πιο πικρά; Τι κάνει αυτός σε αυτό το ξέστρωτο κρεβάτι πίσω από κλειστά παράθυρα και ακόμα πιο κλειστές πόρτες; Και κυρίως, πώς έφτασε η αγάπη να γίνεται μια πνιχτή κραυγή που ανεβαίνει από το λαιμό στη γλώσσα;
Ντύθηκε και την περίμενε να βγει.
“ Ίδια ώρα την επόμενη βδομάδα;” είπε εκείνη.
“Ναι”, απάντησε, “ Ίδια ώρα, ίδιο μέρος”.
Βιαστικά βγήκε από το δώματιο κοιτάζοντας ένοχα από τη μία ως την άλλη άκρη του διαδρόμου. Και μετά η σκιά της εξαφανίστηκε στις σκάλες.
Εκείνος έμεινε πίσω να μυρίσει για τελευταία φορά τα αρώματα του δωματίου. Να κλείσει τις πληγές που ακόμα αιμορραγούσαν και να χαιρετήσει τους τέσσερεις τοίχους της δικής του απόδρασης. Γιατί δεν θα υπήρχε επόμενη βδομάδα. Όχι για εκείνους. Δεν ήταν πως φοβόταν ή πως λιποτακτούσε. Ήταν πως είχε βαρεθεί να αγωνίζεται εναντίον του εαυτού του, να παλεύει με μια σκιά για τον χώρο του στον κόσμο.
Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, έβαλε ένα ποτό και ανοιξε το παράθυρο όσο περισσότερο μπορούσε. Οι μυρωδιές του χειμώνα έσβησαν με μιας την ξερή μυρωδιά χιλίων διαφορετικών αναπνοών που γέμιζαν τα λίγα τετραγωνικά του δωματίου. Και εκεί, με το κρύο να μπαίνει από το ξύλινο παράθυρο έσβησε για πάντα τα ίχνη για το δρόμο προς τη δική τους Χώρα του Ποτέ, με ποτό για προσάναμμα και τσιγάρο για φωτιά.
————————————————
Music to listen to while looking for the exit:
Editors – Push Your Head Towards The Air ( “But I will tear the price from your head/ And keep you from harm” / that’s what you said/ There’s people climbing out/ of their cars/ Lining the roadside/ Try to glimpse at the dead… )
Under The Influence of Giants – Lay Me Down ( Wondering how you figured me out/ I’m just a nobody who cares… )
Marianne Faithfull – There Is A Ghost ( There is a dream/ You’ve had before/And forgotten many times/ So many times… )






Μερικές φορές η μουσική εκφράζει καλύτερα αυτό που κρύβουμε μέσα μας:
Marianne Faithfull “Love in the afternoon”
Πολύ ωραίο κείμενο ρε φίλε…
Μπράβο !!!
τέλειο κείμενο..
μου θύμησε το θεατρικό: “κάθε χρόνο τέτοια μέρα”!
γιατί όμως κάθε εβδομάδα και όχι κάθε μέρα;
@ Me:Moir: Από τις πιο αισθαντικές φωνές που έχω ακούσει ever.
@ Balidor: Τhank you,man!
@ kat: Δεν ξέρω. Ίσως:
“Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’αλλού φερμένο
Δεν τ’αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.”
Ίσως απλά γιατί μια βδομάδα είναι μαζί πολυς αλλά και λίγος χρόνος. Ίσως πάλι γιατί η προσωπική μου ιστορία, στην οποία στηρίχθηκε ήταν κάπως έτσι.
Κάποιες στιγμές που μας “στοιχίζουν” γίνονται οι ωραιότερες ιστορίες…
έτσι είναι φίλε μου Nameless
re su!
mou thumises tin tainia ” mia pornografiki sxesi”
gmt!
Στις 13 του μήνα στην Αθήνα και στις 14 στο Βελλίδειο Θεσσαλονίκης