Υπάρχει ένα τραγούδι που μοιάζει να με ακολουθεί.
Το ακούω και το πετυχαίνω σε ανύποπτο χρόνο, σε ανύποπτα μέρη.
Το έψαξα πολύ αυτό το τραγούδι, όχι σε οποιαδήποτε εκτέλεση. Σε αυτή που ήθελα εγώ. Στην προ-ADSL Εποχή των Ιντερνετικών Παγετώνων, δεν μπόρεσα ποτέ να το βρω.
Έψαξα να το αγοράσω. Το album στο οποίο συμπεριλαμβανόταν είχε σταματήσει πια να κυκλοφορεί.
Κατέβηκα στα δισκοπωλεία του κέντρου, στα κρυμμένα δισκάδικα στο Μοναστηράκι και τα σβησμένα από το χάρτι μικρά, σχεδόν ρετρό δισκάδικα στο τρίγωνο Πανεπιστημίου – Εξάρχεια – Ομόνοια. Μάταια. Όλοι μου έλεγαν πως το CD δεν κυκλφορούσε πια. Ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί. Ήταν και είναι, ένα από τα πιο σημαντικά album της ελληνικής μουσικής σκηνής.
Το μόνο που μπόρεσα να βρω είναι ένα κάκιστης ποιότητας sample των 30 δευτερολέπτων.
Το έλιωσα. Ποτέ ξανά τα 30 δευτερόλεπτα δε γέμισαν ώρες όπως τότε.
Σε μια εκδρομή με το σχολείο το άκουσα ξανά σε ένα ταβερνάκι που είχαμε κάτσει με την τότε παρέα. Θυμάμαι να κοιτάμε τα ήρεμα νερά του Αργολικού κόλπου, να γελάμε και να κάνουμε σχέδια για την επερχόμενη επιστροφή στην Αθήνα (και κυρίως για το πως θα την παλέψουμε μέχρι τις διακοπές του Πάσχα) όταν το άκουσα. Η παρέα είχε πέσει σε περισυλλογή και μιλούσε ο καθένας με τον διπλανό του σιγανά, γι’αυτό μπόρεσα και το άκουσα. Μου φάνηκε τόσο αστεία και ειρωνική η εικόνα. Λες και όλοι σταμάτησαν να φωνάζουν και να γελάνε για να ακούσω το τραγούδι. Όταν τελείωσε, λίγο προτού προλάβω να ρωτήσω τον ιδιοκτήτη αν μπορώ να αγοράσω το CD του, άκουσα το σήμα του ραδιοφώνου…
Έπειτα, πέρασε καιρός μέχρι να τύχει να το ξανακούσω. Τo 30″ sample αν είχε φωνή θα με έβριζε και αν ήταν CD θα είχε λιώσει. Thank God for MP3s. Thank him even more for free downloadable samples.
Το ξανάκουσα τυχαία μια μέρα που πήγαινα στο νοσοκομείο για να δω την αδερφή μου. Το 622 πήγαινε πιο αργά και από τον ορισμό του αργού, και τα τραγούδια στο discman μου είχαν τελειώσει, είχαν ξαναπαίξει και είχαν ξανατελειώσει. Έβαλα ραδιοφωνο να ακούσω και έπεσα και πάλι πάνω του. Δεν το πρόλαβα από την αρχή. Θυμήθηκα την προηγούμενη φορά που το είχα ακούσει και θυμάμαι να σκέφτομαι πως η ζωή είναι μια τεράστια πλάκα: η ειρωνία και το γελοίο του πράγματος ήταν και πάλι παρόντα. Ο τίτλος του περιέγραφε σε 5 λέξεις όσα ένιωθα μέσα μου και η μελωδία του ζέστανε για λίγο την καρδιά μου εκείνο το βροχερό απόγευμα του Σεπτέμβρη.
Μετά, δεν ήθελα πια να το ακούω. Έσβησα ακόμα και το sample γιατί και μόνο ο τίτλος του με έκανε να δακρύζω. 30 δευτερόλεπτα μουσικής ήταν ικανά να με κάνουν να χτυπάω το κεφάλι μου στους τοίχους ενός κρύου σπιτιού.
Αργότερα, πέρασαν οι εποχές και άλλαξαν τα ιντερνετικά ήθη και έθιμα. Γνώρισα τη μαγεία της ADSL και ανακάλυψα πως υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι εκεί έξω που γουστάρουν να μοιράζονται καλή μουσική. Είχα ήδη αγοράσει δύο album που υποτίθεται πως το περιείχαν. Τρίχες. Χλωμές διασκευές και άνοστες/άοσμες επανεκτελέσεις.
Έψαξα και πάλι να το βρω σε κάποιο online δισκάδικο – είπαμε άλλαξαν οι εποχές, τα Εξάρχεια και το Μοναστηράκι έπαψαν να είναι οι μοναδικές πηγές για παλιά αγαπημένα albums.
Το βρήκα τελικά ολόκληρο και σε πολύ καλή ποιότητα. Μέχρι και σήμερα αισθάνομαι ενοχές που δεν το έχω αγοράσει – έστω και αν έφαγα τον τόπο να το βρω.
Αποφάσισα να μην το ακούω συχνά. Δεν ήθελα ποτέ να έρθει μια μέρα που να το βαρεθώ: μου θύμιζε τόσα πολλά, που ένιωθα πως θα πρόδιδα τις αναμνήσεις αυτών των στιγμών αν αισθανόμουν κάτι τέτοιο.
Η μουσική όμως είναι μια θάλασσα και έχει τα δικά της καπρίτσια.
Εγώ αποφάσισα να το βάλω στην άκρη – αλλά εκείνο δεν το είχε αποφασίσει.
Ένα απόγευμα που καθόμουν στο μπαλκόνι του πατρικού μου ήρθε και πάλι να με συναντήσει. Με γέμισε τόση νοσταλγία ο ήχος του λες και είχα να το ακούσω χρόνια. Έχετε ζήσει ποτέ μια στιγμή, μια μονάχα στιγμή που να σκεφτείτε πως αυτό που συνέβη τώρα ολοκλήρωσε σαν το τελευταίο κομμάτι του πιο δύσκολου παζλ, την τελειότητα της στιγμής; Αυτό συνέβη. Ποτέ δεν έμαθα από που ερχόταν η μουσική. Αλλά δε με ένοιαζε αν ερχόταν από το σπίτι των απέναντι, των δίπλα, από το Θεό ή τον Διάβολο. Με ένοιαζε μονάχα που την άκουγα ξανά.
Μετά, βρήκα το δικό μου σπίτι και μετακόμισα. Στο καθάρισμα του σπιτιού ήμουν μαζί με κόσμο. Μαμάδες, γιαγιάδες, φίλους, φίλες που ήρθαν να βοηθήσουν και να τακτοποιήσουν όσο μπορούσαν. Όταν έφυγαν όλοι και έμεινα μόνος, ξεθεωμένος και ταλαιπωρημένος όσο δε φαντάζεστε, έβαλα ένα παλιό CD που είχε ξεθαφτεί στη μετακόμιση, να παιξει για να δω αν ήταν τίποτα αξιόλογο ή αν ήταν από την εποχή των Μεγάλων Pop εξάρσεων (και συνεπώς αν θα έτρωγε πέταμα ή όχι). Το πρώτο τραγούδι που έπαιξε ήταν και πάλι αυτό.
Έκλαψα πολύ εκείνο το πρώτο βράδυ στο καινούργιο σπίτι.
Κάποτε με είχε ρωτήσει η αδερφή μου αν θα την άφηνα ποτέ μόνη και αν θα μέναμε μαζί όταν μεγαλώναμε, χωρίς τους γονείς μας. Οι δυό μας απέναντι στον κόσμο. Ένα από τα πολλά ψέματα που είχα αναγκαστεί να της πω ήταν και αυτό. Ακόμα με πληγώνει απίστευτα αυτός ο ψεύτικος κόσμος που της έχτιζα και κυρίως, πως ένας ψεύτικος κόσμος ήταν το μοναδικό που μπορούσα να της προσφέρω… Της έβαλα να ακούσει το κομμάτι και της είχα πει:
“Ξέρεις πως το λένε αυτό; Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων”
Είχε σηκωθεί και το είχαμε χορέψει, ατσούμπαλα και παιδικά.
Το είχαμε ακούσει πάνω από 10 φορές, όταν τελικά μας πήρε ο ύπνος αγκαλία. Ευχαριστούσα κάθε μέρα τους Θεούς των Ανθρώπων που δεν κατάλαβε ποτέ την ειρωνία της στιγμής και που δε με είδε να δακρύζω όταν χορεύαμε.
Εκείνο το βράδυ, το πρώτο βραδυ στο νέο μου σπίτι, στο πρώτο δικό μου σπίτι, στο σπίτι που θα ήταν δικό μας και που θα ήμασταν εμείς οι δύο απέναντι στον κόσμο, το τραγούδι που με γιάτρευε και που άκουγα πάντα με τόση λαχτάρα με σκότωσε με κάθε του νότα.
Σήμερα μου το θύμισε ένας φίλος.
Αύριο είμαι σίγουρος πως αν δε μου το θυμίσει το ραδιόφωνο, θα μου το ξαναφέρει στο μυαλό ένα ξεχασμένο CD , θα το βάλει στο τέρμα ένας μακρινός γείτονας, θα τρυπώσει και πάλι στο μυαλό μου και θα έρθει και πάλι να με βρει με τον τρόπο του.
Και νιώθω ευτυχισμένος για αυτό
Δεν είναι ειρωνικό;
Ίσως γι’αυτό να το λένε Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων. Όλα όσα αγάπησα και πόνεσα ακούγοντας αυτό το κομμάτι, χάθηκαν. Και άλλα τόσα θα χαθούν.
Πώς γίνεται ένα Βαλς που γράφτηκε τέσσερις δεκαετίες πριν, ένα βαλς που δεν έχει καν στίχους, που το έχω ακούσει εκατομμύρια φορές να με κάνει ακόμα να θέλω να πετάξω πάνω από τις στέγες των σπιτιών και να αγγίξω τον ουρανό;
———————————————————
Μάνος Χατζιδάκις – Το Βαλς Των Χαμένων Ονείρων
(Νιώθω πως αυτό είναι το πιο ειλικρινές, αληθινό και ειρωνικά τραγικό post μου. Διάβασέ το ολόκληρο.Δε χρειάζονται comments αν δεν το θέλεις. Απλά θα ήθελα να το διαβάσεις)
Wh3n my Fri3nds Sp3ak...